Η αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με τη διοίκηση της FED, με αφορμή την απόφασή του να απολύσει την Λίζα Κουκ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, θεωρήθηκε ενδεικτική του τρόπου που αμφισβητεί την αναγκαία ανεξαρτησία που πρέπει να έχουν οι κεντρικές τράπεζες.
Και όντως στον πυρήνα της επιλογής του Αμερικανού προέδρου είναι το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν έχει μέχρι τώρα ικανοποιήσει το αίτημά του για μείωση των επιτοκίων ώστε να τονωθεί η αμερικανική οικονομία.
Η αντίδραση των περισσότερων οικονομολόγων και σχολιαστών ήταν να καταγγείλουν αυτή την παρέμβαση σε έναν θεσμό που υποτίθεται ότι πρέπει να είναι έξω από πολιτικές παρεμβάσεις για να μπορεί να κάνει τη δουλειά του, που ειδικά στις ΗΠΑ δομείται γύρω από την διπλή απαίτηση της σταθερότητας των τιμών και της πλήρους απασχόλησης.
Βεβαίως η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ δεν ήταν πάντα ακριβώς ανεξάρτητη. Η ανεξαρτησία της κατοχυρώθηκε το 1951 όταν απαλλάχτηκε από την υποχρέωση που είχε από το 1942 και μετά να κρατάει το μακροπρόθεσμο επιτόκιο κάτω από το 2,5% για να βοηθηθεί η χρηματοδότηση της αμερικανικής συμμετοχής στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά ώστε να κρατηθούν χαμηλά τα κόστη εξυπηρέτησης του χρέους. Πρακτικά, μετά το 1951 η FED απέκτησε την ανεξαρτησία να ανεβάζει τα επιτόκια για να καταπολεμά τον πληθωρισμό – αν και οι πιέσεις δεν σταμάτησαν με αποτέλεσμα αρκετοί ακόμη να αποδίδουν την έκρηξη πληθωρισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά στις πιέσεις των προέδρων Τζόνσον και Νίξον να κρατηθούν χαμηλά τα επιτόκια.
Σταδιακά πάντως η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών άρχισε να αντιμετωπίζεται ως θέσφατο. Διαμορφώθηκε ένα ολόκληρο αφήγημα σύμφωνα με το οποίο όταν οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι ανεξάρτητες υποχρεώνονται να κρατούν χαμηλά επιτόκια τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό, πιέζονται από κυβερνήσεις να «τυπώσουν χρήμα» και γενικά θα τείνουν να πάρουν ανορθολογικές αποφάσεις.
Μάλιστα, αυτό το αφήγημα ενισχύθηκε από διάφορες μελέτες που αποδεικνύουν τη συσχέτιση ανάμεσα στην ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών με την υποχώρηση του πληθωρισμού. Βεβαίως, μια προσεκτική ματιά δείχνει ότι ο αιτιώδης δεσμός δεν είναι τόσο προφανής. Η περίοδος που συνήθως χρησιμοποιείται ως απόδειξη της αποτελεσματικότητας της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, σχηματικά από τη δεκαετία του 1990 έως τα τέλη της δεκαετίας του 2010, ήταν ούτως ή άλλως μια περίοδος χαμηλού πληθωρισμού κατά βάση επειδή παγκοσμίως επιβραδύνθηκαν οι ρυθμοί ανάπτυξης. Το αποκορύφωμα ήταν ότι ούτως ή άλλως είχαμε δυναμικές αποπληθωρισμού ακόμη και με πολύ χαμηλά επιτόκια.
Επιπλέον, το επιχείρημα ότι οι κεντρικές τράπεζες αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας είτε απέναντι στον πληθωρισμό, είτε απέναντι στην ύφεση σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται σε μια πίστη στη «μαγική δύναμη» των επιτοκίων και της νομισματικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, ο πληθωρισμός είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από την απλή διόγκωση της νομισματικής κυκλοφορίας, ούτε προκαλείται μόνο από την πλεονάζουσα ζήτηση ή τις αυξήσεις στους μισθούς, ενώ η οικονομική ανάπτυξη δεν εξαρτάται απλώς από την φτηνή χρηματοδότηση αλλά και παραμέτρους όπως η παραγωγικότητα και η κερδοφορία. Μια ματιά στην ιστορία τόσο των πρόσφατων περιόδων ύφεσης όσο και του πληθωρισμού, δείχνει τα όρια των μονοσήμαντων απαντήσεων.
Και τις περισσότερες φορές τις απαντήσεις αυτές τις δίνουν μαζί οι κεντρικές τράπεζες και οι αντίστοιχες κυβερνήσεις, δηλαδή «πολιτικές παρεμβάσεις» και ανεξάρτητες διοικήσεις κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.
Ορισμένοι βεβαίως μπορούν πάντα να επικαλούνται το παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε τελική ανάλυση εδώ έχουμε να κάνουμε με μια οριακή εκδοχή ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, αφού έχουμε να κάνουμε με μια κεντρική τράπεζα που σχεδιάστηκε ως υπερεθνικός θεσμός ακριβώς για να μην υφίσταται τον έλεγχο καμίας εθνικής κυβέρνησης. Και μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη μυθολογία για το whatever it takes του Ντράγκι ως «ηρωικό» παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, εντούτοις όποιος παρακολουθήσει όλες τις επιλογές της ΕΚΤ – και τις μεγάλες μετατοπίσεις της – θα διαπιστώσει την βαθιά πολιτική λογική της και τον συντονισμό της με τον τρόπο που μετατοπιζόταν και η συναίνεση σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών. Ούτε βεβαίως αποδείχτηκε και η ΕΚΤ περισσότερο αποτελεσματική από την FED ως προς την αντιστροφή βασικών οικονομικών τάσεων, είτε επρόκειτο για την οικονομική στασιμότητα είτε επρόκειτο για τις πληθωριστικές τάσεις.
Στην πραγματικότητα η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών συνέπεσε σε μεγάλο βαθμό με μια περίοδο όπου καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι η οικονομία λειτουργεί καλύτερα όταν οι δυνάμεις της αγοράς αφήνονται ελεύθερες χωρίς παρεμβάσεις και όπου οι «τεχνοκράτες» θεωρήθηκαν πολύ προτιμότεροι από τους πολιτικούς (και τους συνδικαλιστές). Επιπλέον, μια τέτοια κατεύθυνση βόλευε και τις κυβερνήσεις αφού μπορούσαν να απαλλάσσονται από μέρος του πολιτικού κόστους.
Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν επί της ουσίας η οικονομική πολιτική να τίθεται εκτός δημοκρατικής πολιτικής συζήτησης, ως ένα αμιγώς τεχνικό θέμα. Αυτό παράβλεπε ότι η κατάσταση της οικονομίας και οι κοινωνικές της επιπτώσεις, δηλαδή το εάν οι κοινωνίες αποκτούν μεγαλύτερη ευημερία και πώς αυτή κατανέμεται, δεν είναι τεχνικά ζητήματα αλλά στρατηγικά πολιτικά ερωτήματα. Δεν εξηγεί γιατί, για παράδειγμα, κατάρρευσε ο υποτιθέμενος εγγενής οικονομικός ορθολογισμός των αγορών το 2008 – μια κρίση που οι κεντρικές τράπεζες δεν πρόβλεψαν, ούτε και απέτρεψε ενώ για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις ουσιαστικά ξέχασαν την προηγούμενη «ορθοδοξία» τους – ούτε και τα όρια των αντιπληθωριστικών πολιτικών.
Γι’ αυτόν τον λόγο αντί για την τελετουργική επίκληση της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, ίσως να ήταν προτιμότερο να δούμε πώς και αυτή η πλευρά της οικονομικής πολιτικής θα μπορούσε να γίνει τμήμα μιας ευρύτερης δημοκρατικής συζήτησης για το πώς η οικονομία θα υπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίθετο.