Η αληθινή ιστορία του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη που αναφέρεται στο «Ριφιφί» -Ο καρκίνος, οι 300.000 ευρώ, η γραφειοκρατία…
Μια ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από εφιάλτη. Με μια μικρή, αλλά καθοριστική λεπτομέρεια, δεν είναι μυθοπλασία. Είναι αληθινή, όπως και το «Ριφιφί» άλλωστε. Και δεν ανήκει σε κάποιο μακρινό παρελθόν, αλλά σε μια Ελλάδα που όλοι θυμόμαστε. Η ιστορία αυτή έχει το όνομα του Παναγιώτη Βασιλέλλη.
Ο μικρός Παναγιώτης Βασιλέλλης
Ο Παναγιώτης δεν πρόλαβε να πάει νηπιαγωγείο. Δεν έμαθε γράμματα, δεν έκανε φίλους, δεν έπαιξε κυνηγητό. Πρόλαβε μόνο να αρρωστήσει βαριά. Το 1999, σε ηλικία μόλις 18 μηνών, οι γιατροί ανακοίνωσαν στους γονείς του ότι πάσχει από ένα είδος επιθετικού παιδικού καρκίνου, νευροβλάστωμα τετάρτου σταδίου όπως καταγράφηκε τότε στην ιατρική του πορεία, με συμπτώματα που συχνά συγχέονται με λευχαιμία. Η ουσία ήταν ότι ο χρόνος που είχαν δεν ήταν σύμμαχος.
Ο Παναγιώτης Βασιλέλλης με τον πατέρα του
Ο πατέρας του, Στράτης Βασιλέλλης, οικοδόμος από τη Μυτιλήνη, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με το αδιανόητο. Με τη μητέρα του μικρού Παναγιώτη, Γεωργία Πιτσιλάδη βρέθηκαν από τη Λέσβο στην Αθήνα, στο νοσοκομείο Παίδων. Χειρουργεία, χημειοθεραπείες, μεταμόσχευση μυελού. Μήνες ολόκληροι σε θαλάμους, με τους γονείς να ζουν ανάμεσα στην ελπίδα και στον τρόμο. Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν αλλά θα υπήρχε μια τελευταία για να σωθεί μονάχα εάν πήγαιναν στο νοσοκομείο Memorial στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κόστος άγγιζε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 100 εκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή σχεδόν 300 χιλιάδες ευρώ. Ένα ποσό αδιανόητο για μια οικογένεια που ζούσε από το μεροκάματο.
Ο Στράτης Βασιλέλλης έκανε τότε το μόνο που μπορούσε. Βγήκε στα κανάλια. Μίλησε δημόσια. Ζήτησε βοήθεια. Και η ελληνική κοινωνία ανταποκρίθηκε όπως μόνο εκείνη ξέρει όταν νιώθει ότι διακυβεύεται κάτι ιερό, η ζωή ενός ανθρώπου πόσο μάλλον ενός παιδιού. Κόσμος έδινε από το υστέρημά του, μαγαζιά έβαζαν κουτιά για να συγκεντρωθούν χρήματα και ο έρανος απλώθηκε από άκρη σε άκρη της χώρας.
Ο Γολγοθάς: Μια ιστορία αλληλεγγύης και γραφειοκρατίας
Στις 5 Μαΐου 2000 άνοιξε τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα των γονιών και του Παναγιώτη. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το ποσό είχε συγκεντρωθεί. Σχεδόν 300.000 ευρώ. Ήταν μια από τις πιο δυνατές στιγμές κοινωνικής αλληλεγγύης που γνώρισε η χώρα. Όλα έδειχναν πως το παιδί θα προλάβαινε. Πως θα έφευγε για τις ΗΠΑ. Πως θα κυνηγούσε την όποια ελπίδα είχε. Κι όμως όλα σταμάτησαν. Στις 13 Ιουνίου 2000, η τράπεζα δέσμευσε τον λογαριασμό. Η αιτιολογία ψυχρή, γραμμένη σε ξύλινη γλώσσα. Ο έρανος δεν είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ως ερανικός και, βάσει νόμου του 1931, η εκταμίευση χρημάτων υπέρ ιδιώτη χωρίς ειδική άδεια δεν ήταν νόμιμη. Παρά τις εκκλήσεις, παρά τη λαϊκή απαίτηση, παρά τη δημοσιότητα, τίποτα δεν άλλαζε.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένας δεύτερος Γολγοθάς. Όχι στα χειρουργεία, αλλά στα γραφεία. Αιτήσεις, υπογραφές, γνωμοδοτήσεις, υπουργικές αποφάσεις. Ο χρόνος για το παιδί έτρεχε αμείλικτα. Ο χρόνος του κράτους κυλούσε βασανιστικά αργά. Κάποια χρήματα αποδεσμεύτηκαν ως «δωρεά», όχι όμως όσα απαιτούσαν οι γιατροί στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι ζητούσαν προκαταβολή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων για να ξεκινήσει η θεραπεία.
Με τον πατέρα του, Στρατή Βασιλέλλη
Ο τραγικός επίλογος

