Σε φάση προσαρμογής βρίσκεται το ευρωπαϊκό ελαιόλαδο, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στη σταδιακή ανάκαμψη της παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και τις νέες προκλήσεις τόσο για τους παραγωγούς όσο και τους εξαγωγείς στις χώρες της Μεσογείου.
Η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου αναμένεται να διαμορφωθεί στα 3,44 εκατομμύρια τόνους για την περίοδο 2025/26, σύμφωνα με τα πρόσφατα στατιστικά που δημοσίευσε το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (IOC). Πρόκειται για μείωση περίπου 4% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, μετά από μία εξαιρετικά υψηλή παραγωγή το 2024/25.
Η παραγωγή στις ευρωπαϊκές χώρες θα φτάσουν τους 2.110.000 τόνους (+36%) το καλλιεργητικό έτος 2024/25
Η συνολική παγκόσμια παραγωγή έχει υπερτριπλασιαστεί τις τελευταίες έξι δεκαετίες, αλλά οι φετινές εκτιμήσεις δείχνουν μια μικρή υποχώρηση, ως αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών και των πιέσεων στις καλλιεργητικές συνθήκες.
Αν και τα στοιχεία είναι ακόμη προσωρινά, η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου κατά το καλλιεργητικό έτος 2024/25 εκτιμάται σε 3.572.000 τόνους, που αντιπροσωπεύει αύξηση 38% ή 983.000 τόνους περισσότερους από ό,τι το προηγούμενο καλλιεργητικό έτος.
Η παγκόσμια κατανάλωση αναμένεται να κυμανθεί περίπου στους 3.215.000 τόνους (+15%), ενώ οι εισαγωγές αναμένεται να φτάσουν τους 1.198.000 τόνους (+15%).
Αντίστοιχα, μια νέα έκθεση του υπουργείου Γεωργίας των Ηνωμένων Πολιτειών (USDA) προβλέπει μια «μικρή» πτώση στην παραγωγή ελαιολάδου στην ΕΕ για την τρέχουσα σεζόν 2025/26, επικαλούμενη τη ζέστη, την ξηρασία και την πίεση από παράσιτα σε βασικές περιοχές παραγωγής.

Το παραγόμενο ελαιόλαδο
Οι χώρες μέλη του IOC, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία για το καλλιεργητικό έτος 2024/25, θα παράγουν συνολικά 3.392.000 τόνους, που ισοδυναμούν με το 95% της παγκόσμιας παραγωγής φέτος. Οι ευρωπαϊκές χώρες στο σύνολό τους θα φτάσουν τους 2.110.000 τόνους (+36%).
Το ενδιαφέρον εστιάζεται στην Ισπανία, η οποία διατηρεί την πρωτοκαθεδρία με παραγωγή που υπερβαίνει 1.419.000 τόνους — αύξηση κατά 66% σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία. Αντίθετα, η Ιταλία δείχνει μείωση περίπου 25% φτάνοντας τους 248.000 τόνους, ενώ η Ελλάδα καταγράφει σημαντική αύξηση περίπου 30% με περίπου 250.000 τόνους.
Εντυπωσιακή ανάπτυξη εμφανίζουν και άλλοι μεσογειακοί παραγωγοί, με τις ποσότητες να φτάνουν τους 1.282.000 τόνους. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η αύξηση που σημειώνεται στην Τουρκία με 505.000 τόνου (άνοδος κατά 135%) και την Τυνησία με 340.000 τόνους (κατά 55%), ενισχύοντας τον διεθνή ανταγωνισμό.
Η κατανάλωση ελαιολάδου παγκοσμίως συνεχίζει να αυξάνεται, με τους υπολογισμούς για την περίοδο 2024/25 να δείχνουν αύξηση κατά 15%
Επιστροφή σε χαμηλά επίπεδα
Σε ό,τι αφορά τις τιμές παραγωγού του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, η τελευταία αναφορά του Διεθνούς Συμβουλίου δείχνει πτωτική τάση σε βασικά ευρωπαϊκά κέντρα.
Ειδικότερα, οι τιμές παραγωγού, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για την εβδομάδα 8 έως 14 Δεκεμβρίου, ήταν οι εξής:
- Ισπανία (Χαέν) 433 ευρώ ανά 100 kg (-11% σε σύγκριση με την ίδια εβδομάδα του προηγούμενου καλλιεργητικού έτους).
- Ιταλία (Μπάρι) 665 € ανά 100 kg (−30%).
- Ελλάδα (Χανιά) 465 € ανά 100 kg (−6%).
Οι αναλυτές συνδέουν τη μείωση αυτή με την αυξημένη προσφορά από την υψηλή παραγωγή της προηγούμενης χρονιάς, αλλά και με την προσπάθεια εξισορρόπησης της αγοράς μετά τα ρεκόρ παραγωγής του 2023/24.

Η κατανάλωση και οι εξαγωγές
Η κατανάλωση ελαιολάδου παγκοσμίως συνεχίζει να αυξάνεται, με τους υπολογισμούς για την περίοδο 2024/25 να δείχνουν αύξηση κατά 15%, φτάνοντας πάνω από 3,2 εκατ. τόνους.
Για την περίοδο 2025/26 η κατανάλωση αναμένεται να φτάσει κοντά στους 3,25 εκατ. τόνους, μια αύξηση περίπου 1% σε σχέση με πέρσι.
Παράλληλα, οι εισαγωγές και εξαγωγές αναμένεται να ξεπεράσουν σταθερά το 1,2 εκατ. τόνους, στοιχείο που δείχνει το διαρκώς αυξανόμενο διεθνές εμπόριο ελαιολάδου.
Τι προβλέπει το USDA για το ελαιόλαδο
Η ζέστη, η ξηρασία και οι ασθένειες σε βασικές παραγωγικές χώρες θα επιφέρει μικρή πτώση της παραγωγής ελαιολάδου στην ΕΕ κατά το καλλιεργητικό έτος 2025/26, προβλέπει η νέα έκθεση του υπουργείου Γεωργίας των Ηνωμένων Πολιτειών (USDA), με την Ισπανία μόνο να παράγει 257.588 τόνους τον Νοέμβριο.
Παρά τις προκλήσεις όπως οι παρατεταμένοι καύσωνες του καλοκαιριού, οι αποδόσεις ελαιολάδου αναμένεται να παραμείνουν πολύ πάνω από τα ιστορικά χαμηλά, οδηγώντας σε αύξηση της κατανάλωσης και των εξαγωγών ελαιολάδου στην ΕΕ. Το USDA εκτιμά ότι η παραγωγή στο μπλοκ των 27 μελών θα μειωθεί από 2,107 εκατομμύρια τόνους το 2024/25 σε 2,055 εκατομμύρια τόνους κατά το τρέχον καλλιεργητικό έτος.
Η ανάκαμψη της παραγωγής το 2024/25, σε συνδυασμό με τον επιταχυνόμενο ρυθμό των εξαγωγών, είχε ως αποτέλεσμα τα επίπεδα εξαγωγών της ΕΕ να μοιάζουν με τα έτη πριν από την ξηρασία, παρά τα χαμηλά αρχικά αποθέματα.
Για την πρώτη παραγωγό χώρα, την Ισπανία το USDA, προβλέπει παραγωγή 1,37 εκατομμυρίων τόνων το 2025/26. Οι ανοιξιάτικες βροχοπτώσεις οδήγησαν σε μεγάλο φορτίο καρπών, αυξάνοντας τις προσδοκίες στις αρχές της σεζόν ότι θα μπορούσε να είναι δυνατή μια ρεκόρ συγκομιδής. Ωστόσο, οι αρχικές ευνοϊκές προβλέψεις για την παραγωγή επισκιάστηκαν από τους παρατεταμένους καλοκαιρινούς καύσωνες και την απουσία βροχοπτώσεων από τις αρχές του φθινοπώρου, ιδιαίτερα σε παραδοσιακούς ελαιώνες χωρίς άρδευση.
Αντίστοιχα, στην Ιταλία προβλέπει ότι η παραγωγή ελαιολάδου θα φτάσει τους 280.000 τόνους, ξεπερνώντας την περσινή παραγωγή των 250.000 τόνων, αλλά υπολείπεται των προηγούμενων εκτιμήσεων της βιομηχανίας που ανήλθαν σε 300.000 τόνους.
Στην Ελλάδα, το USDA προέβλεψε ότι η παραγωγή ελαιολάδου θα μειωθεί κατά 15% φτάνοντας στους 210.000 τόνους, επικαλούμενο «ένα ζεστό, ξηρό καλοκαίρι και την εκτεταμένη πίεση από τη μύγα της ελιάς στις μεγάλες περιοχές παραγωγής».
Πάντως, παρά τη μείωση, τα τελικά αποτελέσματα από το καλλιεργητικό έτος 2025/26 αναμένεται να παραμείνουν πολύ πάνω από τα ιστορικά χαμηλά του 2022/23 και του 2024/25, όταν η ακραία ζέστη και η ξηρασία μείωσαν σοβαρά τις συγκομιδές στην Ισπανία.
Ως αποτέλεσμα, το USDA προβλέπει ότι η κατανάλωση ελαιολάδου στην ΕΕ θα αυξηθεί ελαφρώς στους 1,425 εκατομμύρια τόνους. Οι εξαγωγές αναμένεται να αυξηθούν στους 765.000 τόνους, ενώ οι εισαγωγές προβλέπεται να ανέλθουν στους 200.000 τόνους.
Πηγή ΟΤ
