Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2026
14.7 C
Athens

Ανεργία «μονοψήφια» φτώχεια διψήφια: Τι κρύβεται πίσω από την ψαλίδα στα ποσοστά ανεργίας ΔΥΠΑ-ΕΛΣΤΑΤ

Η μεγάλη απόκλιση στους δείκτες για την ανεργία, ανάμεσα στην ΕΛΣΤΑΤ και τη ΔΥΠΑ, είναι κάτι που έχουν αναδείξει επανειλημμένα εμπειρογνώμονες και φορείς.

Όμως η νέα τεκμηριωμένη παρέμβαση από τον Πανελλήνιο Σύλλογο Υπαλλήλων πρώην ΟΑΕΔ, ΟΕΚ και Εργατικής Εστίας – ΠΑΝΣΥΠΟ, φωτίζει μια νέα διάσταση του φαινομένου: Το «αόρατο» απόθεμα της ελληνικής αγοράς εργασίας και τις αιτίες που διευρύνεται η ψαλίδα μεταξύ των δύο δεικτών ανεργίας ΕΛΣΤΑΤ.

Επιπλέον, ο ΠΑΝΣΥΠΟ, παρουσιάζει έρευνα του ΟΟΣΑ για τα προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης στην Ελλάδα και καταθέτει πλαίσιο προτάσεων, ζητώντας διαφάνεια στις έρευνες εργατικού δυναμικού, ώστε «να σταματήσει το στατιστικό μακιγιάζ» στους δείκτες ανεργίας.

πηγή: ΠΑΝΣΥΠΟ

Δυο δείκτες για την ανεργία

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη «μονοψήφια ανεργία» και τη «θεαματική ανάκαμψη» της αγοράς εργασίας. Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα, καταγράφοντας ποσοστό ανεργίας 8,2% τον Νοέμβριο του 2025, δηλαδή περίπου 395.000 ανέργους.

Την ίδια στιγμή, όμως, τα μητρώα της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) δείχνουν σχεδόν 894.000 εγγεγραμμένους ανέργους. Η απόσταση ανάμεσα στους δύο αριθμούς δεν είναι απλώς στατιστική· είναι πολιτική και κοινωνική.

Πότε άλλαξε η μεθοδολογία για την ανεργία

Μέχρι το 2017 οι δύο φορείς μέτρησης της ανεργίας κινούνταν περίπου παράλληλα, με αποκλίσεις λίγων ποσοστιαίων μονάδων. Από το 2021 και μετά, όμως, το χάσμα διευρύνεται ραγδαία. Αν οι εγγεγραμμένοι άνεργοι της ΔΥΠΑ υπολογιστούν ως ποσοστό επί του εργατικού δυναμικού που χρησιμοποιεί η ΕΛΣΤΑΤ, το πραγματικό ποσοστό ανεργίας αγγίζει το 20–23%. Δηλαδή περισσότερο από το διπλάσιο του «επίσημου» δείκτη.

Όπως τονίζει ο ΠΑΝΣΥΠΟ, η καμπή εντοπίζεται στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού Κανονισμού 2019/1700, που άλλαξε ριζικά τη μεθοδολογία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού. Νέοι ορισμοί για το ποιος θεωρείται άνεργος, ποιος χαρακτηρίζεται «εκτός εργατικού δυναμικού» και ποιος καταγράφεται ως υποαπασχολούμενος, οδήγησαν σε μια τεχνητή βελτίωση των δεικτών. Η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ αναγνωρίζει ότι τα στοιχεία μετά το 2021 δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με τα προηγούμενα, γεγονός που καθιστά προβληματικές τις κυβερνητικές συγκρίσεις με τα χρόνια της κρίσης.

Το «κρυφό απόθεμα» της ανεργίας

Στην πράξη, χιλιάδες άνθρωποι εξαφανίζονται από την ανεργία χωρίς να έχουν βρει ουσιαστική εργασία: αποθαρρημένοι που σταματούν να αναζητούν δουλειά, εργαζόμενοι με μία ή δύο ώρες απασχόλησης την εβδομάδα, εγκλωβισμένοι στη μόνιμη μερική απασχόληση.

Σύμφωνα με τα ίδια τα στοιχεία, περίπου 250.000 εργαζόμενοι δηλώνουν υποαπασχολούμενοι, δηλαδή θα ήθελαν περισσότερες ώρες εργασίας αλλά δεν τις βρίσκουν. Αυτό το «κρυφό απόθεμα ανεργίας» λειτουργεί ως μόνιμος μηχανισμός πίεσης των μισθών και δεν αποτυπώνεται στο μονοψήφιο ποσοστό.

ανεργία

Πολιτικές απασχόλησης

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο όταν συνδέεται με τον σχεδιασμό των πολιτικών απασχόλησης. Με ποια εικόνα ανεργίας σχεδιάζονται τα προγράμματα κατάρτισης και επιδότησης θέσεων εργασίας που χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης; Με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ή με τα μητρώα της ΔΥΠΑ; Και πώς ερμηνεύονται οι διαμαρτυρίες εργοδοτικών οργανώσεων για «έλλειψη εργατικών χεριών» σε μια χώρα με σχεδόν ένα εκατομμύριο εγγεγραμμένους ανέργους;

Η μελέτη του ΟΟΣΑ το 2024 φωτίζει αυτή την αντίφαση. Ο διεθνής οργανισμός επιβεβαιώνει ότι συγκεκριμένα προγράμματα της ΔΥΠΑ λειτουργούν: η κατάρτιση αυξάνει την πιθανότητα απασχόλησης έως και 9 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε δύο χρόνια, ενώ η επιδότηση μισθών έχει ακόμη μεγαλύτερη και πιο διατηρήσιμη επίδραση. Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει και τα δομικά προβλήματα: χαμηλή κάλυψη των προγραμμάτων, ανεπαρκή διασύνδεση μητρώων, αδύναμα συστήματα αξιολόγησης και έναν οργανισμό που λειτουργεί περισσότερο ως διαχειριστής επιδομάτων παρά ως σύγχρονη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης.

Απροστάτευτοι οι 3 στους 4 ανέργους

Το αποτέλεσμα είναι ότι μόνο ένας στους τέσσερις ανέργους λαμβάνει επίδομα ανεργίας, ενώ η μεγάλη πλειονότητα επιβιώνει χωρίς ουσιαστική προστασία. Την ίδια στιγμή, η «μείωση της ανεργίας», υπογραμμίζει ο ΠΑΝΣΥΠΟ, συνυπάρχει με μια εξαετία έντονης ακρίβειας: σωρευτικός πληθωρισμός άνω του 21% από το 2019, αυξήσεις έως και 35% στα τρόφιμα και εκτίναξη του κόστους στέγασης. Οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών δεν επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες, οδηγώντας σε πραγματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Η εικόνα συμπληρώνεται από μια αγορά εργασίας με υψηλή παραβατικότητα και ανεπαρκείς ελέγχους. Η υποστελεχωμένη Επιθεώρηση Εργασίας αδυνατεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε απλήρωτες υπερωρίες, «μαύρη» εργασία και καταχρηστικές συμβάσεις, ενώ η ευελιξία μετατρέπεται σταδιακά σε κανονικότητα ανασφάλειας.

Πίσω από τους δείκτες και τα πανηγυρικά δελτία τύπου, η πραγματικότητα παραμένει πεισματική: δύο επίσημες μετρήσεις ανεργίας περιγράφουν δύο διαφορετικές Ελλάδες, αλλά μόνο μία κοινωνική εμπειρία. Και όσο το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς δεν γεφυρώνεται με διαφάνεια και ουσιαστικές πολιτικές, η μείωση της ανεργίας θα μοιάζει περισσότερο με στατιστικό κατόρθωμα παρά με πραγματική βελτίωση της ζωής εργαζομένων και ανέργων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA