Στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στις αποδόσεις και στα spreads της περιφέρειας. Το ελληνικό 10ετές κινείται πλέον κοντά στο 3,4%, με το spread έναντι του γερμανικού Bund γύρω στις 60-70 μονάδες βάσης, επίπεδο που παραπέμπει σε ανατιμολόγηση του ρίσκου. Οι επενδυτές οι οποίοι συνεχίζουν να μην αμφισβητούν την πορεία της ελληνικής οικονομίας, διεκδικούν υψηλότερη απόδοση για να διακρατήσουν χρέος της νότιας Ευρώπης σε έναν πιο ασταθή κόσμο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Σε ολόκληρη την Ευρωζώνη οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κινούνται ανοδικά, καθώς οι αγορές επαναξιολογούν τις προοπτικές του πληθωρισμού και των επιτοκίων. Το γερμανικό Bund κινείται κοντά στο 2,8%, ενώ το ιταλικό 10ετές βρίσκεται στην περιοχή του 3,45%-3,50% και το ισπανικό γύρω στο 3,2%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι επενδυτές μετακινούνται προς τα ασφαλέστερα ομόλογα του πυρήνα, αυξάνοντας το risk premium για την περιφέρεια.
Το ελληνικό 10ετές κινείται πλέον σχεδόν παράλληλα με το ιταλικό, γεγονός που δείχνει ότι οι αγορές έχουν επανατοποθετήσει τη χώρα στον χάρτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Τα μηνύματα
Όταν η γεωπολιτική ένταση ανεβαίνει, το ρίσκο δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι επενδυτές μετακινούνται προς τον πυρήνα της Ευρωζώνης και ζητούν υψηλότερη απόδοση για να κρατήσουν ομόλογα της περιφέρειας. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών της τα τελευταία χρόνια και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αγορά εξακολουθεί να τη βλέπει ως μέρος της νότιας Ευρώπης και να τιμολογεί το ρίσκο ανάλογα.
Το δεύτερο μήνυμα προέρχεται από το κόστος ασφάλισης του ελληνικού χρέους. Τα 5ετή CDS της Ελλάδας κινούνται κοντά στις 25 μονάδες βάσης, επίπεδο που θεωρείται ιστορικά χαμηλό για τα δεδομένα της χώρας. Για όσους θυμούνται τα επίπεδα της κρίσης χρέους, όταν τα CDS ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο, η σημερινή εικόνα δείχνει πόσο έχει αλλάξει η αντίληψη των αγορών για την ελληνική οικονομία. Το χαμηλό επίπεδο των CDS σημαίνει ότι οι επενδυτές δεν θεωρούν πιθανό ένα σενάριο δημοσιονομικής αστάθειας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
Η γεωπολιτική ένταση επηρεάζει τις αγορές κυρίως μέσω των προσδοκιών για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Αν η κρίση οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να καθυστερήσουν τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Για την Ευρωζώνη, αυτό σημαίνει ότι οι μειώσεις επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μπορεί να μετατεθούν χρονικά. Και όταν τα επιτόκια παραμένουν υψηλά για περισσότερο χρόνο, το κόστος δανεισμού αυξάνεται για όλα τα κράτη – ιδιαίτερα για εκείνα της περιφέρειας.
Ο κίνδυνος του χρέους
Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το δημόσιο χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, ακόμη κι αν το προφίλ του είναι ευνοϊκό και οι μέσες λήξεις μεγάλες. Οι αγορές γνωρίζουν ότι η χώρα έχει πλέον ισχυρότερη δημοσιονομική βάση, αλλά εξακολουθούν να εξετάζουν την ευαισθησία της οικονομίας σε εξωτερικά σοκ. Ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να επηρεάσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την πορεία του πληθωρισμού, δύο παράγοντες που παρακολουθούν στενά οι επενδυτές.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι αυτή η συζήτηση ανοίγει τη στιγμή που πλησιάζει ένας νέος κύκλος αξιολογήσεων από τους μεγάλους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Οι επενδυτές δεν περιμένουν απαραίτητα άμεσες αναβαθμίσεις. Αυτό που αναζητούν είναι επιβεβαίωση ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει τη δημοσιονομική της πορεία ακόμη και σε ένα πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον.
Οι οίκοι αξιολόγησης θα εξετάσουν τέσσερις βασικούς δείκτες. Πρώτον, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την πορεία των πρωτογενών πλεονασμάτων. Δεύτερον, τη δυναμική του δημόσιου χρέους και την ικανότητα της χώρας να συνεχίσει τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του. Τρίτον, την ανθεκτικότητα της οικονομίας σε εξωτερικά σοκ, ιδιαίτερα μέσω του εξωτερικού ισοζυγίου και τέταρτον, τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει επιστρέψει σε ισχυρή κερδοφορία και χαμηλότερα επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η εικόνα στην Ευρωζώνη
Η εικόνα γίνεται πιο καθαρή αν δει κανείς πώς κινούνται τα υπόλοιπα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης. Η μεταβλητότητα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Οι αποδόσεις σε όλη την ευρωπαϊκή αγορά χρέους έχουν κινηθεί ανοδικά, καθώς οι επενδυτές επανεκτιμούν το γεωπολιτικό ρίσκο και τις προοπτικές των επιτοκίων.
Στις αρχές Μαρτίου, το γερμανικό 10ετές Bund, το οποίο λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την Ευρώπη, κινείται κοντά στο 2,8%. Από εκεί και πέρα, οι χώρες της περιφέρειας διαπραγματεύονται με υψηλότερες αποδόσεις. Το ιταλικό 10ετές βρίσκεται περίπου στο 3,45%–3,50%, ενώ το ισπανικό 10ετές κινείται γύρω στο 3,15%–3,20%. Πιο χαμηλά βρίσκονται οι χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, όπως η Γαλλία με αποδόσεις κοντά στο 3,0%, και ακόμη χαμηλότερα η Ολλανδία.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι αγορές δεν διαφοροποιούν μόνο τις χώρες με βάση τα δημοσιονομικά τους στοιχεία, αλλά και με βάση τη γεωγραφία του ρίσκου. Σε περιόδους διεθνούς έντασης, οι επενδυτές στρέφονται προς τα ομόλογα του πυρήνα και ζητούν υψηλότερη απόδοση για να διατηρήσουν θέσεις στην περιφέρεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε μια διαφορετική θέση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Οι αποδόσεις της κινούνται πολύ κοντά σε εκείνες της Ιταλίας και σαφώς χαμηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από λίγα χρόνια. Η σύγκλιση αυτή αποτελεί ίσως το πιο καθαρό σημάδι ότι οι αγορές αντιμετωπίζουν πλέον την Ελλάδα ως μια κανονική οικονομία της περιφέρειας και όχι ως ειδική περίπτωση κρίσης.
Πηγή: ΟΤ
