Το εύρος των επιπτώσεων του πολέμου του Ιράν στην ελληνική οικονομία θα κριθεί από κρίσιμες παραμέτρους όπως η διάρκεια των συγκρούσεων, ο βαθμός διαταραχής στις ενεργειακές ροές, καθώς και η γεωγραφική έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων που θα καθορίσει αν περισσότερες χώρες θα εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα, αναφέρει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.
Στο Δελτίο επισημαίνεται ότι η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κατέγραψε ρυθμό μεγέθυνσης 2,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο, ενώ για το σύνολο του έτους η άνοδος διαμορφώθηκε σε 2,1%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27: 1,5%).
Η ελληνική οικονομία, όπως υπογραμμίζεται, είναι σε τροχιά ανόδου και διαθέτει υψηλή αντοχή υποστηριζόμενη από τα δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών.
Οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία
Με βάση τα στοιχεία του 2024, το σύνολο των εισαγωγών φυσικού αερίου (εκτός LNG) προήλθε από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ πάνω από το 60% των εισαγωγών πετρελαίου προήλθε από το Ιράκ, το Καζακστάν και τη Λιβύη
Ωστόσο η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας την καθιστά ευάλωτη στις έντονες αυξήσεις των διεθνών τιμών ενέργειας. Συγκεκριμένα, το συνολικό μερίδιο του πετρελαίου, των παραγώγων αυτού και του φυσικού αερίου στην τελική κατανάλωση ενέργειας (για ενεργειακή χρήση) ήταν 61% το 2024, από τα υψηλότερα στην ΕΕ-27.

Επιπροσθέτως η άμεση επίδραση του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, όπως προσεγγίζεται από τα μερίδια των κλάδων υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης στη συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ), είναι η δεύτερη υψηλότερη μετά την Κροατία.
Ως εκ τούτου, η παράταση της διάρκειας ή/και διεύρυνση της σύγκρουσης θα μπορούσε να έχει μακροοικονομικές επιπτώσεις μέσα από τα ακόλουθα κανάλια, αναφέρει το Δελτίο.
Η ενίσχυση της ενεργειακής συνιστώσας του πληθωρισμού
Μία διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς, με διάρκεια αρκετών μηνών λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των περιορισμών στις θαλάσσιες και εμπορικές διαδρομές που αυξάνουν το κόστος και το χρόνο μεταφοράς, αναμένεται να ενισχύσει το κόστος παραγωγής και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Όπως παρατηρήθηκε το 2022, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και του κόστους παραγωγής ενδέχεται να διαχυθεί και σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, όπως τα τρόφιμα.
Σημειώνεται ότι, μετά την άνοδο κατά 41% το 2022, η ενεργειακή συνιστώσα του πληθωρισμού (HICP-Energy) υποχώρησε τα επόμενα τρία έτη και παραμένει 19,5% υψηλότερη σε σύγκριση με το 2021. Επιπλέον, μία νέα ενεργειακή κρίση ενδέχεται να επιδεινώσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πρωτίστως μέσω της διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου καυσίμων, το οποίο αποτελεί διαχρονικά διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.

Η αποδυνάμωση των εισερχόμενων ταξιδιωτικών ροών
Η αυξημένη αβεβαιότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον ελληνικό τουρισμό, οδηγώντας σε μείωση των αφίξεων, ιδίως μέσω κρουαζιέρας.
Εάν, ωστόσο, το πεδίο των επιχειρήσεων περιοριστεί στη Μέση Ανατολή, ο ελληνικός τουρισμός πιθανότατα να ευνοηθεί, αυξάνοντας το μερίδιο αγοράς έναντι των ανταγωνιστικών προορισμών, όπως είχε παρατηρηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2010 κατά την Αραβική Άνοιξη.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί, αναφέρει το Δελτίο, ότι ο ελληνικός τουρισμός αποδείχτηκε ιδιαίτερα ανθεκτικός στην πανδημική κρίση, καθώς ανέκαμψε με ταχύ ρυθμό μετά τις ισχυρές αρνητικές επιδράσεις των lockdowns, καταγράφοντας νέα ιστορικά υψηλά τα τελευταία χρόνια και αυξάνοντας το μερίδιό του στις παγκόσμιες τουριστικές αφίξεις
Η καθυστέρηση υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς το 2026 αποτελεί το τελευταίο έτος υλοποίησης του προγράμματος Next Generation EU και απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Πιθανή καθυστέρηση θα μπορούσε να είναι απόρροια της αυξημένης αβεβαιότητας αλλά και του υψηλού ενεργειακού κόστους
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει του στόχους και τα ορόσημα που προβλέπονται στα εθνικά τους σχέδια μέχρι το τέλος Αυγούστου προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων. Το δεσμευτικό αυτό χρονοδιάγραμμα ενδέχεται, ωστόσο, να λειτουργήσει ως κίνητρο για την υλοποίηση των επενδύσεων και την αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και επομένως ως σταθεροποιητικός παράγοντας της οικονομικής δραστηριότητας.
Βάσει των τελευταίων διαθέσιμων προβλέψεων, οι επενδύσεις αναμενόταν να επιταχυνθούν το τρέχον έτος, και να επιβραδυνθούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς η υλοποίηση του προγράμματος θα εξακολουθήσει να στηρίζει τη δυναμική τους.
Η αντιστάθμιση των δυσμενών επιδράσεων
Μεταξύ των παραγόντων που δύνανται να αντισταθμίσουν τις τυχόν δυσμενείς επιδράσεις είναι η θετική δυναμική της ελληνικής οικονομίας, καθώς και η δημοσιονομική σταθερότητα και τα πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια και έχουν συμβάλλει στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου που μπορεί να αξιοποιηθεί για τη λήψη μέτρων στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Αναλυτικότερα, με βάση τις επιδόσεις του πραγματικού ΑΕΠ το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους, η στατιστική επίδραση βάσης (carry-over effect) του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης του 2025 επί του προσδοκώμενου ρυθμού μεγέθυνσης του 2026 εκτιμάται σε 1,1%.
Επιπρόσθετα, το 2025, για πρώτη φορά μετά την πανδημία, η συνεισφορά των επενδύσεων (1,5 ποσοστιαίες μονάδες) στην άνοδο του ΑΕΠ (2,1%) ξεπέρασε την αντίστοιχη της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,4 π.μ.), ενώ ακολούθησαν οι καθαρές εξαγωγές (1,2 π.μ.) και η δημόσια κατανάλωση (0,1 π.μ.), με τα αποθέματα (συμπ. των στατιστικών διαφορών) να έχουν αρνητική συνεισφορά (-2,1 π.μ.).
Η σημαντική άνοδος των επενδύσεων το 2025 (8,9%) αποδίδεται κυρίως στη διψήφια αύξηση του δευτέρου εξαμήνου (13,6%), ενώ θετική δυναμική καταγράφηκε σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες. Αναλυτικότερα, οι επενδύσεις σε κατοικίες σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο (22,4%), καταγράφοντας μάλιστα αύξηση άνω του 40% το τέταρτο τρίμηνο, ενώ ακολούθησαν οι επενδύσεις σε μεταφορικό εξοπλισμό (20,8%) και λοιπές κατασκευές εκτός κατοικιών (8,3%).
Πηγή: ΟΤ
