Οι καταθέτες καλούνται πλέον να πληρώνουν για υπηρεσίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αυτονόητες και χωρίς κόστος.
Αν και τα ποσά που έχουν έως τώρα επιβληθεί– από 60 έως 80 λεπτά τον μήνα – φαίνονται μικρά σε ατομικό επίπεδο, σε συνολικό επίπεδο πελατολογίου μεταφράζονται σε σημαντικά έσοδα για τις τράπεζες, ενώ παράλληλα δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα για τους καταθέτες, οι οποίοι καλούνται πλέον να πληρώνουν για υπηρεσίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αυτονόητες και χωρίς κόστος.
Από την πλευρά των τραπεζών, η μετάβαση αυτή παρουσιάζεται ως αλλαγή φιλοσοφίας και όχι ως επιβολή νέων χρεώσεων. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι αντί οι πελάτες να πληρώνουν μεμονωμένες προμήθειες για κάθε συναλλαγή, μπορούν να ενταχθούν σε συνδρομητικά πακέτα με μικρή μηνιαία χρέωση, τα οποία περιλαμβάνουν ένα σύνολο υπηρεσιών όπως εμβάσματα, πληρωμές λογαριασμών, ανανεώσεις καρτών ή άλλες συναλλαγές που διαφορετικά θα χρεώνονταν ξεχωριστά. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τις τράπεζες, πολλοί πελάτες τελικά πληρώνουν λιγότερα συνολικά, ιδιαίτερα όσοι πραγματοποιούν συχνές συναλλαγές.
Ωστόσο, η κριτική που ασκείται επικεντρώνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η μετάβαση των πελατών στα συνδρομητικά πακέτα. Παρότι οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι οι πελάτες ενημερώνονται αρκετές εβδομάδες νωρίτερα και έχουν τη δυνατότητα να αρνηθούν ή να ακυρώσουν τη μετάβαση, πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για έμμεση επιβολή χρεώσεων, καθώς αρκετοί καταθέτες δεν δίνουν σημασία στις ενημερώσεις ή δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να προβούν σε ενέργεια για να παραμείνουν σε δωρεάν λογαριασμό. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι οι αλλαγές γίνονται μονομερώς, ακόμη κι αν τυπικά υπάρχει δυνατότητα επιλογής.
Σημαντικό στοιχείο στη συζήτηση αποτελεί το γεγονός ότι οι περισσότερες τράπεζες δεν επιβάλλουν μηνιαία χρέωση σε λογαριασμούς μισθοδοσίας ή σύνταξης, ούτε σε πελάτες με υψηλά υπόλοιπα ή συγκεκριμένες τραπεζικές σχέσεις. Αυτό δείχνει ότι οι τράπεζες προσπαθούν να διατηρήσουν δωρεάν υπηρεσίες για βασικές κατηγορίες πελατών, ενώ μεταφέρουν το κόστος κυρίως σε απλούς λογαριασμούς πληρωμών ή σε πελάτες με χαμηλή τραπεζική δραστηριότητα.

