Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat (Απρίλιος 2026) δείχνουν ότι η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη έχει «κατεβάσει ταχύτητα». Το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το πρώτο τρίμηνο, σημειώνοντας επιβράδυνση σε σχέση με το 0,2% του προηγούμενου τριμήνου. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για το σύνολο του έτους στο 1,0%, λόγω του αυξανόμενου ενεργειακού κόστους.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και των διεθνών οίκων αξιολόγησης υπογραμμίζουν μια σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας στην Ευρωζώνη
Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή παρουσιάζει μια εικόνα «ανθεκτικότητας» σε μια Ευρώπη που φλερτάρει με τη στασιμότητα όμως όταν αυτά τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης στερέψουν, η οικονομία θα πρέπει να βρει νέες εσωτερικές πηγές «καυσίμου». Το Ταμείο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, λειτουργώντας ως βασικός μοχλός στήριξης.
Αναθεώρηση των προβλέψεων
Ο οίκος Standard & Poor’s, στην τελευταία ανάλυσή του για την Ελλάδα, προβλέπει συνέχεια της αναπτυξιακής τροχιάς, αλλά με πιο μετριοπαθείς ρυθμούς.
Πιο συγκεκριμένα, ο οίκος σκιαγραφεί μια εικόνα ανθεκτικότητας για την ελληνική οικονομία, επισημαίνοντας ότι, παρά τις ισχυρές εξωτερικές πιέσεις από τη γεωπολιτική αστάθεια και την άνοδο των τιμών ενέργειας, διατηρεί σταθερές αναπτυξιακές και δημοσιονομικές επιδόσεις.
Η S&P εκτιμά ότι η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας θα επιβραδυνθεί, παραμένοντας ωστόσο σε ικανοποιητικά επίπεδα εντός του έτους. Αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη το 2026 στο 1,7% από 2,3% προηγουμένως.

Την αναθεώρηση της ανάπτυξης του τρέχοντος έτους στο 2% από 2,4% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός και του πληθωρισμού στο 3,2% από 2,2% προβλέπει και το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο (ΜΔΣ) 2025-2028, που έστειλε στις Βρυξέλλες το ΥΠΕΘΟ.
Υπαρκτή η ανησυχία για την Ευρωζώνη
Μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας και γεωπολιτικών εντάσεων ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μίλησε για υπαρκτή και δικαιολογημένη ανησυχία για το ενδεχόμενο ύφεσης στην Ευρωζώνη.
«Η ανησυχία για το ενδεχόμενο ύφεσης στην Ευρωζώνη είναι υπαρκτή και δικαιολογημένη, δεδομένης της νέας αρνητικής διαταραχής από την πλευρά της προσφοράς που προκαλεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η εντεινόμενη αβεβαιότητα επηρεάζουν άμεσα την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, δεδομένης της υψηλής ενεργειακής εξάρτησης της Ευρωζώνης» ανέφερε (Φιλελεύθερος Κύπρου) παραθέτοντας στοιχεία και συγκρίνοντας τη σημερινή κατάσταση με την κρίση του 2022.
Εμφανίστηκε καθησυχαστικός λέγοντας πως δεν βρισκόμαστε στο δυσμενές σενάριο, καθώς η σχετική γεωπολιτική αποκλιμάκωση έχει συγκρατήσει τις πιο ακραίες εξελίξεις. Ωστόσο, επεσήμανε, «σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων και επανέναρξης των πολεμικών συγκρούσεων, ο κίνδυνος ύφεσης παραμένει πιθανός, χωρίς να αποτελεί το βασικό σενάριο».
Εκτίμησε ότι είναι πιθανό να δούμε αύξηση της ροής νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως προερχόμενα από «ευάλωτα» νοικοκυριά ή από επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κλάδους ευαίσθητους σε μεταβολές των τιμών της ενέργειας. Δεν απέκλεισε μάλιστα σε ένα δυσμενές σενάριο, να υπάρξει αύξηση του κόστους χρηματοδότησης λόγω της μεταβλητότητας στις αγορές αλλά και αναθεώρηση των επιχειρηματικών πλάνων των τραπεζών, λόγω χαμηλότερης ζήτησης για νέα δάνεια.

Ο καθοριστικός παράγοντας
Θα πρέπει να σημειωθεί πως καθοριστικό ρόλο στο νέο οικονομικό χάρτη διαδραματίζει η ενεργειακή αγορά και ιδιαίτερα η τιμή του πετρελαίου Brent. Με την κατάσταση να παραμένει ιδιαίτερα ευμετάβλητη το αποτέλεσμα είναι ένα νέο πληθωριστικό κύμα να μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την ελληνική οικονομία.
Το κόστος των καυσίμων δείχνει να έχει σταθεροποιηθεί πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο στα πρατήρια όλης της χώρας ενώ στο «μέτωπο» του πληθωρισμού, αποκαλυπτικά ήταν τα στοιχεία του Απριλίου από την Eurostat, τα οποία έδειξαν εκτίναξη στο 4,6%, με αύξηση 1,7% μέσα σε έναν μήνα. Ο κλάδος της ενέργεια είναι αυτός που παρουσιάζει τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό τον Απρίλιο, με +10,9%.
Η Ελλάδα εν μέσω σοβαρών τριγμών της παγκόσμιας οικονομίας καλείται να αποδείξει ότι η ανάπτυξή της δεν ήταν μια πρόσκαιρη αναλαμπή λόγω των ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθύτερης αλλαγής που την καθιστά παραγωγική και όχι απλώς καταναλωτική οικονομία.
