Αντιμέτωπη με μια περίοδο αυξημένης οικονομικής αστάθειας βρίσκεται η ευρωπαϊκή γεωργία, καθώς η άνοδος του πληθωρισμού και το αυξανόμενο κόστος παραγωγής επηρεάζουν τη διαμόρφωση των εισοδημάτων των αγροτών και τη συνολική βιωσιμότητα του πρωτογενή τομέα.
Η κρίση ξεκίνησε ουσιαστικά μετά την πανδημία, όταν η επανεκκίνηση της παγκόσμιας οικονομίας εκτόξευσε τις τιμές της ενέργειας. Η αύξηση του φυσικού αερίου οδήγησε σε αλυσιδωτές αυξήσεις στα λιπάσματα, στις ζωοτροφές και στο ηλεκτρικό ρεύμα, πιέζοντας ασφυκτικά τα αγροτικά νοικοκυριά. Στην ΕΕ, οι τιμές των λιπασμάτων αυξήθηκαν πάνω από 50% την περίοδο 2020-2024, ενώ το κόστος ενέργειας και ζωοτροφών κατέγραψε επίσης ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η σωρευτική αύξηση της αξίας της παραγωγής μεταξύ 2015 και 2020 ήταν μικρότερη του 8%
Αν και στη συνέχεια αυξήθηκαν και οι περισσότερες τιμές παραγωγού, τα κόστη εισροών παρέμειναν υψηλά, μειώνοντας σημαντικά τα πραγματικά εισοδήματα σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ιδιαίτερα σε κράτη με έντονη εξάρτηση από την κτηνοτροφία και τις αροτραίες καλλιέργειες.
Τα παραπάνω αναφέρονται σε πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην οποία αναφέρεται ότι οι εξελίξεις αυτές έχουν εντείνει τις ανισότητες μεταξύ κρατών-μελών, τομέων παραγωγής και τύπων εκμετάλλευσης, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τη χάραξη της αγροτικής πολιτικής.
Η αξία της παραγωγής
Η σωρευτική αύξηση της αξίας της παραγωγής μεταξύ 2015 και 2020 ήταν μικρότερη του 8%. Ωστόσο, έως το 2022 η αξία της παραγωγής αυξήθηκε κατά επιπλέον 32% και παρέμεινε περίπου στο ίδιο επίπεδο το 2023 και το 2024. Όπως συμπεραίνεται στην έκθεση η αύξηση της αξίας της παραγωγής συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις μεταβολές των τιμών και όχι με αυτές του όγκου.
Όπως καταγράφει και το παρακάτω γράφημα η μεταβολή σε επιλεγμένες τιμές αγροτικής παραγωγής της ΕΕ, χωρίζονται το χρονικό διάστημα 2015-2024 σε δύο αντίθετες περιόδους. Σύμφωνα με τις μεταβολές που παρουσιάζονται συνολικά, τα σιτηρά παρουσιάζουν τη μικρότερη ποσοστιαία μεταβολή τιμών και στις δύο περιόδους. Οι μεταβολές των τιμών για το γάλα, τα αυγά και τα κρέατα είναι πολύ μεγαλύτερες, ιδίως κατά την περίοδο 2020-2024.

Οι εισροές
Την περίοδο 2020 – 2024 καταγράφονται μεταβολές στις τιμές σε ολόκληρη την ΕΕ, ιδίως όσον αφορά βασικές εισροές όπως η ενέργεια, τα λιπάσματα και οι ζωοτροφές.
«Η ποσοστιαία αύξηση των τιμών αυτών των εισροών μετά το 2020 είναι άνευ προηγουμένου στον αιώνα μας», επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, εξηγώντας ότι η σημασία των τρεχουσών μεταβολών στις τιμές των εισροών για τους αγροτικούς τομείς των επιμέρους κρατών μελών θα ποικίλλει ανάλογα με τον κυρίαρχο τύπο γεωργίας (δηλαδή αν είναι προσανατολισμένη προς τις καλλιέργειες ή την κτηνοτροφία) και αν πρόκειται για εντατική ή εκτατική χρήση αγορασμένων εισροών (όπως ζωοτροφές ή λιπάσματα).

Οι τάσεις στο αγροτικό εισόδημα
Υψηλή μεταβλητότητα στο καθαρό εισόδημα καταγράφεται στις εκμεταλλεύσεις που ειδικεύονται στην παραγωγή γάλακτος, καλλιεργειών χωραφιού και ειδικών σιτηρών. Η μεταβλητότητα του εισοδήματος είναι ιδιαίτερα εμφανής στις εκμεταλλεύσεις ειδικών σιτηρών, κάτι που διαπιστώνεται και από εναλλακτικούς οικονομικούς δείκτες —όπως η ακαθάριστη παραγωγή της εκμετάλλευσης μείον τα μεταβλητά κόστη (εξαιρουμένων των ζωοτροφών ιδίας παραγωγής).
Αντίθετα, το μέσο καθαρό εισόδημα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων εμφανίζεται πολύ λιγότερο μεταβλητό για τις εκμεταλλεύσεις που ειδικεύονται στην παραγωγή κηπευτικών και άλλων πολυετών καλλιεργειών.
Το 2023, το μέσο καθαρό εισόδημα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων μειώνεται σημαντικά για τις εκμεταλλεύσεις γάλακτος, καλλιεργειών, οίνου και μικτών τύπων. Αντίθετα, το μέσο καθαρό εισόδημα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων αυξάνεται σημαντικά για τον τύπο εκμετάλλευσης που ειδικεύεται στα σιτηρά, αλλά ο τύπος αυτός φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση από αυτή την άποψη.
Το 2023, το μέσο αγροτικό εισόδημα μειώθηκε απότομα για τις γαλακτοπαραγωγικές, τις καλλιεργητικές, τις αμπελουργικές και τις μικτές εκμεταλλεύσεις
Οι απότομες μειώσεις
Μεταξύ 2013 και 2023, οι τάσεις του εισοδήματος παρουσίασαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών και των τύπων αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Το 2023, το μέσο αγροτικό εισόδημα μειώθηκε απότομα για τις γαλακτοπαραγωγικές, τις καλλιεργητικές, τις αμπελουργικές και τις μικτές εκμεταλλεύσεις, ενώ οι εκμεταλλεύσεις σιτηρών αποτέλεσαν αξιοσημείωτη εξαίρεση.
Το πραγματικό αγροτικό εισόδημα μειώθηκε σε πολλά κράτη μέλη μεταξύ 2020 και 2023, με τον πληθωρισμό να ενισχύει αυτές τις επιπτώσεις, ιδίως στην Εσθονία, τη Λιθουανία, τη Δανία, την Ουγγαρία και την Ιρλανδία. Η αύξηση του εισοδήματος παρέμεινε ισχυρότερη στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες και την Πορτογαλία, με κινητήρια δύναμη τα συστήματα κηπευτικών, σιτηρών και μόνιμων καλλιεργειών. Οι μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις κατέγραψαν γενικά υψηλότερα και σταθερότερα εισοδήματα, με μικρότερη ετερογένεια μεταξύ των κρατών μελών σε σύγκριση με αυτή που παρατηρήθηκε ανά τύπο εκμετάλλευσης.
Συνολικά, η εισοδηματική ανισότητα εντός των κρατών μελών παραμένει έντονη, με το ανώτερο 20 % των αγροτικών εκμεταλλεύσεων να συγκεντρώνει περίπου το 60% του συνολικού αγροτικού εισοδήματος, όπως ορίζεται από το καθαρό εισόδημα ανά μονάδα εργασίας πλήρους απασχόλησης.
Το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο
Η εικόνα στην Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από αυτή τη συνθήκη, καθώς ο πρωτογενής τομέας παραμένει ευάλωτος στις διεθνείς κρίσεις κόστους, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενισχύσεις και αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις από την κλιματική αλλαγή και το ενεργειακό κόστος.
Ειδικότερα, αν και η ελληνική γεωργία εμφανίζει διαφορετική δομή από τις βόρειες ευρωπαϊκές οικονομίες, οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στο κόστος παραγωγής υπήρξαν εξίσου σοβαρές.
Οι αυξήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια, στο πετρέλαιο κίνησης και στις ζωοτροφές επιβάρυναν ιδιαίτερα τους κτηνοτρόφους και τους παραγωγούς σε μια σειρά καλλιέργειες. Ταυτόχρονα, η κλιματική κρίση –με παρατεταμένες ξηρασίες, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα– αύξησε περαιτέρω την αβεβαιότητα για την παραγωγή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ η εξάρτηση των μικρών εκμεταλλεύσεων από τις άμεσες ενισχύσεις είναι ιδιαίτερα υψηλή.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιδοτήσεις αντιπροσωπεύουν πάνω από το 40% του καθαρού αγροτικού εισοδήματος, γεγονός που αναδεικνύει τη δομική αδυναμία μεγάλου μέρους του πρωτογενούς τομέα να παραμείνει βιώσιμο αποκλειστικά μέσω της αγοράς.
Πηγή: OT
