Σημαντική αύξηση τις τελευταίες έξι δεκαετίες σημείωσε η παγκόσμια προσφορά τροφίμων ζωικής προέλευσης από την ξηρά (TASF), κυρίως από τα αυγά, τα πουλερικά και το χοιρινό κρέας, θέτοντας την κτηνοτροφία έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς της γεωργίας, σύμφωνα με μια νέα μελέτη του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO).
Η έκθεση, «Παράγοντες προσφοράς και ζήτησης τροφίμων ζωικής προέλευσης από την ξηρά – Μια επισκόπηση τεκμηρίων και πολιτικής για την κατάσταση των γνώσεων και τα κενά», παρέχει μια ολοκληρωμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη παγκόσμια αξιολόγηση της συμβολής του κτηνοτροφικού τομέα στην επισιτιστική ασφάλεια, στα βιώσιμα αγροδιατροφικά συστήματα, στη διατροφή και την υγιεινή δίαιτα.
Καλύπτει συστήματα παραγωγής όλων των κλιμάκων, που κυμαίνονται από ολοκληρωμένα συστήματα καλλιέργειας-κτηνοτροφίας έως εξειδικευμένες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, συστήματα βοσκής και ποιμενική κτηνοτροφία, καθώς και την εκτροφή άγριων ζώων και το κυνήγι.
FAO: Ραγδαία αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς
Η μελέτη εξετάζει την παγκόσμια προσφορά και ζήτηση για TASF, το οποίο περιλαμβάνει προϊόντα που προέρχονται από θηλαστικά, πτηνά και έντομα.
Ειδικότερα, διαπιστώνει ότι η παγκόσμια προσφορά TASF αυξήθηκε ραγδαία μεταξύ 1961 και 2022. Το κρέας πουλερικών εμφάνισε την πιο έντονη αύξηση, περίπου πενταπλάσια, ακολουθούμενο από τα αυγά και το χοιρινό κρέας, τα οποία σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ το βοδινό κρέας παρέμεινε σταθερό ή μειώθηκε σε πολλές περιοχές.
Έως το 2022, η παγκόσμια παραγωγή TASF έφτασε τα:
• 361 εκατομμύρια τόνους κρέατος, από περίπου 71 εκατομμύρια τόνους το 1961
• 930 εκατομμύρια τόνους γάλακτος, από περίπου 342 εκατομμύρια τόνους
• 94 εκατομμύρια τόνους αυγών, από περίπου 15 εκατομμύρια τόνους
Τα δεδομένα για την κατανάλωση εντόμων παραμένουν περιορισμένα, με τα περισσότερα στοιχεία να προέρχονται από την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική. Οι διαθέσιμες εκτιμήσεις υποδηλώνουν ότι περίπου 1.900 είδη καταναλώνονται ως τροφή.
Περιφερειακές ανισότητες
Η Ασία είναι πλέον ο μεγαλύτερος παραγωγός τροφίμων ζωικής προέλευσης από την ξηρά, ακολουθούμενη από την Ευρώπη. Ωστόσο, οι τάσεις της παραγωγής δεν μεταφράζονται πάντα σε διαθεσιμότητα.
Η κατά κεφαλήν προσφορά παραμένει υψηλότερη στη Βόρεια Αμερική, ενώ η Ασία, παρά το γεγονός ότι είναι ο κορυφαίος παραγωγός, έχει σχετικά χαμηλή διαθεσιμότητα ανά άτομο. Στην υποσαχάρια Αφρική, η κατά κεφαλήν προσφορά παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό στάσιμη, με περιορισμένα μόνο κέρδη σε ορισμένες χώρες, όπως το γάλα στην Κένυα και τα πουλερικά στη Νότια Αφρική.
Η απώλεια και η σπατάλη τροφίμων επιτείνουν περαιτέρω αυτές τις ανισότητες και αποτελούν μια αυξανόμενη πρόκληση για τη βιωσιμότητα. Εκτιμάται ότι το ένα τρίτο του συνόλου των τροφίμων που παράγονται παγκοσμίως χάνεται ή σπαταλάτε, συμπεριλαμβανομένου περίπου του 14% των TASF. Οι απώλειες συνδέονται συχνά με την ευπαθή φύση αυτών των προϊόντων, τις ανεπαρκείς υποδομές ψυκτικής αλυσίδας και τον κακό έλεγχο της θερμοκρασίας. Αυτές οι προκλήσεις είναι ιδιαίτερα έντονες σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου η κατανάλωση τροφίμων ζωικής προέλευσης παραμένει συγκριτικά χαμηλή.
Το διεθνές εμπόριο συνεχίζει να διαδραματίζει σχετικά περιορισμένο ρόλο στον παγκόσμιο εφοδιασμό TASF, ειδικά για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αν και οι όγκοι του εμπορίου έχουν αυξηθεί, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν μόνο το 10% περίπου της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Ο ρόλος των διατροφικών περιβαλλόντων
Η έκθεση επισημαίνει ότι τα στοιχεία για τα διατροφικά περιβάλλοντα των TASF –που περιλαμβάνουν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο τα άτομα κάνουν διατροφικές επιλογές– παραμένουν περιορισμένα και άνισα μεταξύ των περιοχών.
Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα κρέατα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα με υψηλότερα λιπαρά φαίνεται να είναι συχνά πιο προσβάσιμα και οικονομικά προσιτά από ό,τι οι υγιεινότερες εναλλακτικές λύσεις.
Υπογραμμίζει επίσης τις διαφορές στα εθνικά νομοθετικά έγγραφα και τα έγγραφα πολιτικής: οι χώρες υψηλού και ανώτερου μεσαίου εισοδήματος εστιάζουν στη διασφάλιση της ασφάλειας και της ποιότητας των τροφίμων και στη ρύθμιση του μάρκετινγκ, ενώ οι χώρες χαμηλού και κατώτερου μεσαίου εισοδήματος δίνουν προτεραιότητα στην τόνωση της παραγωγής, τη βελτίωση της διαθεσιμότητας και τη μείωση των τιμών για την ενίσχυση της οικονομικής προσιτότητας και της αυτονομίας.
