ΟΟΣΑ: Όταν οι δείκτες της οικονομίας ευημερούν, αλλά οι πολίτες δυσπιστούν – Το χαμένο «στοίχημα» της κυβέρνησης

Η σχέση των πολιτών με το κράτος και τους δημόσιους θεσμούς αποτελεί το θεμέλιο κάθε λειτουργικής δημοκρατίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η σχέση αυτή δοκιμάζεται. Τα πρόσφατα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας του ΟΟΣΑ για τους «Δείκτες Εμπιστοσύνης στους Δημόσιους Θεσμούς» (OECD Survey on Drivers of Trust in Public Institutions 2026), αποτυπώνουν με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο τη σημερινή πραγματικότητα.

Κλιμακούμενη κρίση εμπιστοσύνης των Ελλήνων πολιτών προς τους δημόσιους θεσμούς και την κεντρική κυβέρνηση. Παρά τη σταθερή μακροοικονομική ανάκαμψη και την ψηφιοποίηση του κράτους, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει έντονη λόγω της ακρίβειας και των κοινωνικών ανισοτήτων

Η έκθεση αναδεικνύει μια χώρα που, παρά τη γρήγορη μακροοικονομική της ανάκαμψη μετά την πανδημία, συνεχίζει να φέρει τα βαθιά «σημάδια» των προηγούμενων κρίσεων, με τους πολίτες να εμφανίζονται έντονα επιφυλακτικοί απέναντι στην κεντρική πολιτική σκηνή και τις διοικητικές δομές.

Η κρίση εμπιστοσύνης στην Ελλάδα με τα «μάτια» του ΟΟΣΑ

Παρά τα βελτιωμένα οικονομικά μεγέθη τα ευρήματα της έρευνας του 2025 δείχνουν ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε θεσμική εμπιστοσύνη, καθώς οι πολίτες παραμένουν εξαιρετικά δύσπιστοι.

Γιατί όμως οι Έλληνες εμφανίζονται τόσο επιφυλακτικοί και αρνητικοί, την ώρα που οι επίσημοι οικονομικοί δείκτες δείχνουν βελτίωση; Η έρευνα του ΟΟΣΑ δεν καταγράφει απλώς ποσοστά, αλλά αναλύει τους βαθύτερους λόγους που διαμορφώνουν αυτές τις τάσεις. Η εμπιστοσύνη συνδέεται άμεσα με δύο βασικούς πυλώνες: την ικανότητα του κράτους να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών και τις αξίες που αυτό πρεσβεύει, όπως η ακεραιότητα και η δικαιοσύνη.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πολίτες νιώθουν σε μεγάλο βαθμό ότι η φωνή τους δεν ακούγεται στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί πρωτίστως προς όφελος συγκεκριμένων ειδικών συμφερόντων και όχι για το κοινό καλό αποτελεί μια από τις βασικότερες πηγές διάβρωσης της εμπιστοσύνης. Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα για όλους, το κράτος δικαίου υπονομεύεται στην πράξη, τροφοδοτώντας μια διάχυτη καχυποψία.

Επιπλέον, οι καθημερινές αλληλεπιδράσεις με τις δημόσιες υπηρεσίες —παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες ψηφιοποίησης των τελευταίων ετών— εξακολουθούν να προκαλούν σκεπτικισμό. Αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση των παραπόνων των πολιτών ή την υιοθέτηση καινοτόμων ιδεών για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Το κράτος εμφανίζεται στα μάτια του πολίτη ως ένας μηχανισμός που συχνά αδυνατεί να επιδείξει ενσυναίσθηση και ανταπόκριση στα προβλήματά του.

Παράλληλα, η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι μακροχρόνιες και σύνθετες προκλήσεις, όπως η διαχείριση της ακρίβειας και του κόστους διαβίωσης, η αντιμετώπιση των οικονομικών ανισοτήτων, καθώς και η προετοιμασία της χώρας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις (κλιματικές ή οικονομικές), αποτελούν πεδία όπου οι προσδοκίες των Ελλήνων πολιτών απέχουν σημαντικά από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές.

Όταν οι πολίτες αισθάνονται απροστάτευτοι απέναντι σε μεγάλες οικονομικές πιέσεις, η εμπιστοσύνη τους προς την κυβέρνηση κλονίζεται δομικά. Η μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας ελάχιστα αγγίζει το νοικοκυριό που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα λόγω του πληθωρισμού, δημιουργώντας την αίσθηση μιας «εικονικής» ευημερίας που αφορά μόνο τους αριθμούς και όχι τους ανθρώπους.

Η κατρακύλα της Ελλάδας

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, μόλις το 24% των Ελλήνων δηλώνει ότι έχει υψηλή ή μέτρια υψηλή εμπιστοσύνη στην κεντρική κυβέρνηση, ενώ ένα επιπλέον 11% τηρεί ουδέτερη στάση. Η Ελλάδα καταγράφει μία από τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ την περίοδο 2023-2025, μαζί με τη Χιλή και τη Σλοβακία.

Ειδικότερα, το ποσοστό εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση μειώθηκε από το 32% το 2023 στο 24% το 2025, την ώρα που ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ σημείωσε οριακή άνοδο, από το 39% στο 40%.

Αναδεικνύει παράλληλα την έντονη ανησυχία των πολιτών για το κόστος ζωής και την οικονομική κατάσταση. Το 58% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρεί τον πληθωρισμό ως τη σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η χώρα, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στο 52%. Ακολουθούν οι ανισότητες με 40%, η διαφθορά με 38%.

Το χάσμα μεταξύ οικονομίας και πολιτών

Η έκθεση του 2026 στέλνει ένα ξεκάθαρο και αυστηρό μήνυμα στην ελληνική πολιτική ηγεσία: η οικονομική σταθεροποίηση και η ανάπτυξη των δεικτών της αγοράς δεν επαρκούν από μόνες τους για να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς. Η στρατηγική που βασίζεται αποκλειστικά στην προβολή θετικών οικονομικών επιδόσεων έχει εξαντλήσει τα όριά της.

Ιστορικά, η εμπιστοσύνη στην ελληνική κυβέρνηση είχε καταγράψει την κορύφωσή της το 2004, τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, ξεπερνώντας το 50%. Έκτοτε, ξεκίνησε μια ελεύθερη πτώση που διήρκεσε μέχρι το 2012 —το πιο σκοτεινό σημείο της οικονομικής κρίσης— όταν το ποσοστό των πολιτών που δήλωναν ότι εμπιστεύονται την κυβέρνηση περιορίστηκε στο ισχνό 13%. Παρά τη μερική σταθεροποίηση που ακολούθησε, κατά την περίοδο 2015-2020 η εμπιστοσύνη δεν ξεπέρασε ποτέ το 37%, παραμένοντας σταθερά κάτω από τον προ του 2008 ιστορικό μέσο όρο του 44%.

Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει, πάντως, τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης στον τομέα της δημοσιονομικής διαχείρισης και του εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης. Κάνει λόγο για σημαντικές επενδύσεις που έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της θεσμικής αποτελεσματικότητας και της δημόσιας εμπιστοσύνης σε βάθος χρόνου, επισημαίνοντας παράλληλα την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και στην καταπολέμηση της διαφθοράς μέσω του Εθνικού Σχεδίου Δράσης 2022-2025.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA