Το ακριβό καύσιμο «καίει» τις αεροπορικές

Η νέα άνοδος στις τιμές της κηροζίνης, που προκλήθηκε από την κρίση στη Μέση Ανατολή, έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον κλάδο των αερομεταφορών το 2026. Αν και τόσο οι αμερικανικές όσο και οι ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με σημαντική αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι εταιρείες των ΗΠΑ δέχθηκαν αισθητά ισχυρότερο πλήγμα.

Οι πέντε μεγαλύτεροι αμερικανικοί αερομεταφορείς – American Airlines, Delta Air Lines, United Airlines, Southwest και JetBlue – κατέβαλαν το πρώτο εξάμηνο του 2026 επιπλέον 7,55 δισ. δολάρια για καύσιμα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Αντίστοιχα, οι πέντε μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί όμιλοι – IAG, Lufthansa, Air France-KLM, Ryanair και easyJet – επιβαρύνθηκαν με επιπλέον 1,998 δισ. ευρώ.

Παρά το γεγονός ότι η αγορά των ΗΠΑ είναι σημαντικά μεγαλύτερη, η επιβάρυνση αναλογικά ήταν πολύ υψηλότερη. Το κόστος των καυσίμων απορρόφησε το 7,3% των συνολικών εσόδων των αμερικανικών αεροπορικών εταιρειών, έναντι μόλις 3,1% για τις ευρωπαϊκές.

Η βασική αιτία αυτής της διαφοράς είναι η πολιτική διαχείρισης κινδύνου. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες εφαρμόζουν εκτεταμένα προγράμματα αντιστάθμισης (hedging), «κλειδώνοντας» μεγάλο μέρος της τιμής των καυσίμων μήνες πριν από την κατανάλωσή τους. Αντίθετα, οι περισσότερες αμερικανικές αεροπορικές αγοράζουν καύσιμα σε τιμές που ακολουθούν άμεσα τις διακυμάνσεις της αγοράς πετρελαίου, με αποτέλεσμα να είναι πολύ πιο εκτεθειμένες στις απότομες αυξήσεις.

Στην Ευρώπη, η IAG, μητρική των Iberia, British Airways και Vueling, αποδείχθηκε η πιο ανθεκτική. Η δαπάνη της για καύσιμα αυξήθηκε κατά 433 εκατ. ευρώ, όμως τα προγράμματα αντιστάθμισης εξοικονόμησαν περίπου 769 εκατ. ευρώ, ενώ η αποδυνάμωση του δολαρίου περιόρισε επιπλέον το κόστος. Παρ’ όλα αυτά, τα καθαρά κέρδη μειώθηκαν κατά 21%, στα 1,03 δισ. ευρώ.

Αντίθετα, η Lufthansa ήταν ο μεγάλος χαμένος στην Ευρώπη. Η ενεργειακή της δαπάνη αυξήθηκε κατά 640 εκατ. ευρώ, οδηγώντας την από καθαρά κέρδη 127 εκατ. ευρώ σε ζημίες 542 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία επιταχύνει πλέον την απόσυρση παλαιότερων αεροσκαφών και περιορίζει τη χωρητικότητά της.

Η Air France-KLM πέρασε επίσης από κέρδη 401 εκατ. ευρώ σε ζημίες 61 εκατ. ευρώ, ενώ η Ryanair, παρά το γεγονός ότι είχε εξασφαλίσει μέσω hedging το 80% των αναγκών της σε καύσιμα, είδε τα καθαρά της κέρδη να υποχωρούν κατά 71%, καθώς αναγκάστηκε να αγοράσει το υπόλοιπο καύσιμο σε τιμές που άγγιξαν ακόμη και τα 150 δολάρια ανά βαρέλι, διατηρώντας παράλληλα χαμηλούς ναύλους για να στηρίξει τη ζήτηση. Η easyJet κατέγραψε μείωση κερδών κατά 26%.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα είναι μικτή. Η United Airlines αύξησε τα έσοδά της κατά 13,5% και κατάφερε να διατηρήσει την κερδοφορία της, παρά την αύξηση του κόστους καυσίμων κατά 2,326 δισ. ευρώ. Η Delta Air Lines είδε τα καθαρά της κέρδη να μειώνονται κατά 45%, ενώ η American Airlines πέρασε από κέρδη 110 εκατ. ευρώ σε ζημίες 271 εκατ. ευρώ, παρά την αύξηση των εσόδων της σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Η μεγαλύτερη επιδείνωση σημειώθηκε στη JetBlue, η οποία διπλασίασε τις ζημίες της, από 245 εκατ. σε 492 εκατ. ευρώ. Στον αντίποδα, η Southwest Airlines αποτέλεσε τη θετική εξαίρεση, αυξάνοντας τα καθαρά της κέρδη από 56 σε 400 εκατ. ευρώ, χάρη στην αυξημένη επιβατική κίνηση και στο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που εφαρμόζει.

Οι προοπτικές για το δεύτερο εξάμηνο του 2026 εμφανίζονται πιο αισιόδοξες. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες διαθέτουν ήδη καλυμμένο μεγάλο μέρος των αναγκών τους σε καύσιμα – η Lufthansa το 86%, η Ryanair το 80%, η easyJet το 72%, η IAG περίπου το 70% και η Air France-KLM μεταξύ 60% και 70% – ενώ και στις ΗΠΑ οι μεγαλύτεροι αερομεταφορείς εκτιμούν ότι η σταθεροποίηση των τιμών της κηροζίνης και η ισχυρή ζήτηση θα συμβάλουν στη βελτίωση των οικονομικών τους αποτελεσμάτων μέχρι το τέλος του έτους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA