Η κλιματική αλλαγή, η αύξηση του κόστους παραγωγής, οι πιέσεις στην αγροτική οικονομία και η ισχυρότερη ζήτηση δημιουργούν ένα νέο, πιο επίμονο καθεστώς στις τιμές των τροφίμων, εκτιμά η UBS, η οποία θεωρεί ότι ο ιστορικός μέσος όρος πληθωρισμού τροφίμων της τάξης του 2,5% ενδέχεται να αποτελεί πλέον παρελθόν.
Παρότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός τροφίμων έχει αποκλιμακωθεί αισθητά από τα υψηλά που καταγράφηκαν μετά την πανδημία, η ελβετική τράπεζα υποστηρίζει ότι διαμορφώνονται πλέον οι προϋποθέσεις για ένα νέο, διαρθρωτικά υψηλότερο επίπεδο τιμών.
Οι έντονες θερμικές περίοδοι που καταγράφονται διεθνώς το 2026, σε συνδυασμό με την εξέλιξη του φαινομένου El Niño, ενισχύουν τις πιέσεις στην προσφορά και επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της επισιτιστικής ασφάλειας.

![]()
Πέντε παράγοντες αλλάζουν οριστικά την εικόνα
Η UBS διατηρήσει τον πληθωρισμό τροφίμων σε υψηλότερα επίπεδα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Πρώτα, οι κλιματικές διαταραχές και τα ακραία φαινόμενα προκαλούν ολοένα συχνότερα προβλήματα στην παραγωγή, που θα μπορούσαν από μόνα τους να προσθέσουν από περίπου 0,9 έως και 3,2 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό τροφίμων.
Δεύτερον, η χαμηλή κερδοφορία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων περιορίζει τις επενδύσεις, δυσκολεύοντας την αύξηση της παραγωγικότητας.
Τρίτον, η αυστηροποίηση των κανόνων για την ευζωία των ζώων αυξάνει το κόστος παραγωγής στον κτηνοτροφικό κλάδο.
Τέταρτον, το εργατικό κόστος ταχύτερα τα τελευταία πέντε χρόνια σε σχέση με τον μακροχρόνιο μέσο όρο.
Πέμπτον, η παγκόσμια ζήτηση για τρόφιμα εξακολουθεί να χρειάζεται με ταχύτερο ρυθμό από την προσφορά.
Οι επιχειρήσεις της UBS μετατοπίζονται πλέον από τις χαμηλές τιμές στη διασφάλιση της επιχείρησης των προμηθειών.

![]()
Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους θα περάσει στους καταναλωτές
Η τράπεζα αναγνωρίζει ότι ο έντονος ανταγωνισμός στο λιανεμπόριο και η ανάπτυξη νέων αγροτικών τεχνολογιών (AgTech) μπορούν να απορροφήσουν μέρος των πιέσεων.
Ωστόσο, εκτιμά ότι τα περιθώρια κέρδους στην εφοδιαστική αλυσίδα έχουν συμπιεστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το μεγαλύτερο μέρος του αυξημένου κόστους θα μετακυλιστεί τελικά στους καταναλωτές, διατηρώντας τον πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα, έστω και με διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών.
Η UBS εκτιμά επίσης ότι τα τρόφιμα που καταναλώνονται στο σπίτι θα ανακτήσουν μέρος του μεριδίου που είχαν χάσει τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που δημιουργεί θετικές προοπτικές για τον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων.
Αντίθετα, οι κατηγορίες προαιρετικής κατανάλωσης θα δεχθούν μεγαλύτερες πιέσεις, καθώς οι καταναλωτές θα αφιερώνουν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους στις βασικές διατροφικές ανάγκες. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ευπάθεια για την εστίαση και για το λιανεμπόριο μη διατροφικών προϊόντων.
Διαφορετικές επιπτώσεις ανά περιοχή
Η UBS επισημαίνει ότι, παρότι οι ίδιες διαρθρωτικές πιέσεις επηρεάζουν σχεδόν όλες τις οικονομίες, οι επιπτώσεις διαφέρουν σημαντικά ανά περιοχή.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται η αγορά που βρίσκεται στην καλύτερη θέση, καθώς αντιμετωπίζει και τους πέντε βασικούς παράγοντες, αλλά ο πιο ορθολογικός ανταγωνισμός στο λιανεμπόριο επιτρέπει μεγαλύτερη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στις τελικές τιμές.
Στην Ευρώπη, αντίθετα, η μεγαλύτερη κατακερματισμένη δομή της αγοράς περιορίζει τη διαπραγματευτική ισχύ των επιχειρήσεων και δυσκολεύει την αύξηση των τιμών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διαρθρωτικές πιέσεις στο κόστος αντισταθμίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον έντονο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός τροφίμων να αναμένεται κοντά στα ιστορικά επίπεδα.
Στη Λατινική Αμερική, η Βραζιλία εμφανίζεται σχετικά προστατευμένη, καθώς επηρεάζεται λιγότερο από την αύξηση του εργατικού κόστους και των προτύπων ευζωίας των ζώων, ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις βελτιώνουν τις προοπτικές της προσφοράς.
Αντίθετα, στις χώρες της ASEAN το υψηλό κόστος παραγωγής και η πιθανή ενίσχυση του El Niño στο δεύτερο εξάμηνο του έτους αναμένεται να διατηρήσουν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις.
Στην Κίνα, η UBS προβλέπει σταδιακή άνοδο του πληθωρισμού τροφίμων, καθώς οι διεθνείς αυξήσεις κόστους μεταφέρονται ολοένα περισσότερο στην εγχώρια αγορά.
Στην Αυστραλία, οι αυστηρότεροι κανονισμοί και οι απαιτήσεις για την ευζωία των ζώων αυξάνουν το λειτουργικό κόστος, αν και μέρος των επιβαρύνσεων ενδέχεται να απορροφηθεί από τους ίδιους τους λιανεμπόρους.
Εξαίρεση αποτελεί η Ινδία, όπου οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και η βελτίωση της παραγωγικότητας αναμένεται να διατηρήσουν τον πληθωρισμό τροφίμων χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα.
Η τεχνολογία είναι μέρος της λύσης, αλλά όχι άμεσα
Η UBS θεωρεί ότι οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγικότητα της γεωργίας και να περιορίσουν το κόστος σε βάθος χρόνου, χωρίς όμως να αποτελούν άμεση λύση.
Η τράπεζα ξεχωρίζει πέντε βασικούς τομείς καινοτομίας: τη γεωργία ακριβείας, τους βελτιωμένους σπόρους, τη βιοτεχνολογία και την προστασία των καλλιεργειών, τη γεωργία ελεγχόμενου περιβάλλοντος, την αυτοματοποίηση και τη ρομποτική στις αγροτικές εργασίες, καθώς και την κτηνοτροφία ακριβείας.
Οι επενδύσεις στον κλάδο επιταχύνονται σημαντικά. Σύμφωνα με την UBS, μεταξύ 2020 και 2025 οι εταιρείες AgTech άντλησαν περίπου 14 δισ. δολάρια, έναντι μόλις 6 δισ. δολαρίων την περίοδο 2005-2019, με τους τομείς των σπόρων, της βιοτεχνολογίας και της γεωργίας ελεγχόμενου περιβάλλοντος να προσελκύουν τα περισσότερα κεφάλαια.
Ωστόσο, η ευρεία υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών εξακολουθεί να περιορίζεται από το υψηλό επενδυτικό κόστος, τη λειτουργική πολυπλοκότητα και την αβεβαιότητα σχετικά με τις αποδόσεις των επενδύσεων.
Ποιοι κλάδοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν
Σε επίπεδο κλάδων, η UBS θεωρεί ότι καλύτερα τοποθετημένες είναι οι επιχειρήσεις αγροχημικών και λιπασμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία, καθώς και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή στη Βραζιλία.
Αντίθετα, πιο αρνητικές προοπτικές διαβλέπει για τις αμερικανικές εταιρείες τροφίμων, ειδών προσωπικής φροντίδας και ποτών.
Στο λιανεμπόριο, η UBS εκτιμά ότι οι αλυσίδες τροφίμων σε Ηνωμένο Βασίλειο, Ευρωπαϊκή Ένωση, Αυστραλία, χώρες της ASEAN και Ινδία αναμένεται να ωφεληθούν από τη σταδιακή αύξηση των δαπανών των νοικοκυριών για βασικά αγαθά, ενώ για τις Ηνωμένες Πολιτείες διατηρεί πιο ουδέτερη στάση.
Πηγή: ot.gr
