Το χέρι- που, αν το προσέξεις καλύτερα θα δεις πως θυμίζει έντονα σαρκικό κουπί- σηκώνεται κι ετοιμάζεται να κατέβει με πρωτοφανή δύναμη στον ήδη κοκκινισμένο σβέρκο του ήρωα της ιστορίας μας. Έπειτα, έρχεται το μοιραίο: σλατς…
«Ρε Λάμπρο, δεν μπορείς να βάζεις λιγότερη δύναμη;», ρωτάει αυτός που… υποδέχτηκε το χαστούκι. Έπειτα, όπως πάντα, γέλια- το κοινό στο θέατρο έχει λυθεί και οι πιθανότητες να βρει λίαν συντόμως την αυτοκυριαρχία του είναι λιγότερες κι από το να γίνει η δραχμή ο μπαμπάς του δολαρίου.
Κανείς, πλην αυτού, δηλαδή. Πλην του Αλέκου Τζανετάκου…
Τέχνη καμωμένη από ατόφια ανάγκη – Η οικογένειά του είχε 5 παιδιά, με τον ίδιο- γεννημένο το 1937 στα Μανιάτικα του Πειραιά- ν’ αποτελεί το μοναδικό αγόρι. Τα παιδιά του χρόνια σημαδεύτηκαν από «ανηλεή» φτώχεια, με τον ίδιο να τονίζει, ενθυμούμενος τα νιάτα του, πως «Ξεκίνησα να δουλεύω από πολύ μικρός, κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά. Σφουγγαρίκι στις αυλές και στα πεζοδρόμια των πλουσίων. Δεν ντρεπόμουν, αλλά ποτέ δεν ζητιάνεψα…».
Το μέγεθος της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν φαίνεται από το γεγονός ότι «Περιμέναμε πώς και πώς να έρθει η Κυριακή για να φάμε κρέας με μακαρόνια. Τις άλλες μέρες θυμάμαι τη μάνα μου να βρέχει μια μικρή φέτα ψωμί και να την πασπαλίζει με λίγη ζάχαρη».
Τη λύση στο αθεράπευτο, θαρρείς, οικονομικό του πρόβλημα έμελλε να δώσει η Τέχνη: όταν ο ίδιος βρισκόταν στην εφηβεία είδε τις 2 από τις 4 αδερφές του- τις επονομαζόμενες «Τζάνετ Σίστερς»- να σημειώνουν αξιόλογη επιτυχία ως μουσικοχορευτικό ντουέτο και αποφάσισε και ο ίδιος, λαμβάνοντας υπόψη και τις απολαβές των συγγενών του, ν’ ακολουθήσει τα βήματά τους.
Ωστόσο, ο Τζανετάκος επέλεξε να γίνει ηθοποιός. Έτσι, φοίτησε στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, πριν «περάσει», μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, και από την κινηματογραφική σχολή του Λυκούργου Σταυράκου, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα.
Αλέκος Τζανετάκος: Ο άνθρωπος που… ερωτεύτηκε δύο Lancia!
Μετά… Μετά είχε φτάσει η στιγμή για την επιδρομή στο πανί. Α, ναι: και την εκτόξευση στ’ αστέρια. Σανίδι-Πανί-Φεγγάρι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε τις εμφανίσεις στο θέατρο, ενώ το 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μεγάλη Οθόνη, συμμετέχοντας στην κωμωδία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης».
Μπορεί, όμως, η καριέρα του να πήγαινε από το καλό στο καλύτερο, αλλά το γεγονός πως ο Φίνος δεν τον χρησιμοποίησε ποτέ σε πρωταγωνιστικό ρόλο τον στενοχώρησε βαθύτατα. Γι’ αυτό, πήρε την απόφαση να μετακομίσει στην Καραγιάννης-Καρατζόπουλος (την έτερη μεγάλη εταιρία παραγωγής ταινιών), όπου και του δόθηκε η ευκαιρία να είναι το πρώτο όνομα την εποχή της βιντεοκασέτας.
Κατά τη διάρκεια της ενεργούς πορείας του στα μεγάλα φώτα έγραψε ιστορία και με την παρουσία του στο «Ο τρελός του Λούνα Παρκ» (1969-1970), όταν και πρωταγωνίστησε στο πλάι του Θανάση Βέγγου, «γράφοντας» μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στα χρονικά.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε αποτραβηγμένος απ’ όλους και απ’ όλα, σχεδόν ολομόναχος, μιας και παρά το γεγονός πως είχε κάνει 17 αρραβώνες (όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του), ουδέποτε παντρεύτηκε και δεν έκανε οικογένεια.
«Έμεινα κι εγώ μόνος, ανύπαντρος, ένας μοναχικός λύκος που φωνάζω τις νύχτες επάνω στις βουνοκορφές τη μοναξιά μου και τη λύπη μου. Λύκος μοναχικός, τι έφταιξε που έμεινα μόνος και δεν παντρεύτηκα μέχρι τώρα; Μ’ έφαγε ο έρωτας, έχω κάνει δεκαεπτά αρραβώνες και κανένα γάμο. Ίσως είναι και το κισμέτ, που λένε οι Άραβες. Είμαι όμως καλά, έχω φιλοσοφήσει τη μοναξιά μου και την έχω κάνει φίλη.


