Η βενζίνη που πληρώνει ο Έλληνας στην αντλία αγγίζει τα 2 ευρώ το λίτρο. Κι όμως, δεν συνέβη το ίδιο με την τιμή του πετρελαίου μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εδώ και έξι μήνες: δεν εκτοξεύτηκε στα 150 ή στα 200 δολ. το βαρέλι. Πώς εξηγείται να κρατήθηκε τιθασευμενο το αργό, αλλά ο οδηγός να βάζει το χέρι πιο βαθιά στη τσέπη όταν βρεθεί μπροστά στην αντλία;
Είδαμε πως μετά την κορύφωσή του αργού κοντά στα 120 δολάρια τον Απρίλιο, το αργό παρέμεινε ως επί το πλείστον κάτω από τα 100 δολάρια από τον Ιούνιο.
Γιατί λοιπόν δεν επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις για πετρέλαιο στα 150-200 δολάρια; Και, κυρίως, σημαίνει αυτό ότι πέρασε ο κίνδυνος για τις τιμές των καυσίμων;
Μιλώντας στο Responsible Statecraft ο Αμερικανός αναλυτής πετρελαϊκών αγορών Ρόρι Τζόνστον εξηγεί τους μηχανισμούς που συγκράτησαν μέχρι σήμερα την τιμή του αργού και προειδοποιεί ότι μια διαφορετική πίεση αναδύεται πλέον στην αγορά των διυλισμένων προϊόντων.
«Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι η Κίνα μείωσε τις εισαγωγές αργού πετρελαίου κατά περισσότερα από πέντε εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, περίπου το 45% της συνολικής προπολεμικής ζήτησής της για εισαγωγές» λέει.
«Ουσιαστικά, περίπου το μισό της μείωσης των 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως μπορεί να εξηγηθεί από τη μείωση της δραστηριότητας των διυλιστηρίων στην Κίνα. Για το υπόλοιπο, τίθεται το ζήτημα της εξισορρόπησης των εισροών και εκροών από τα αποθέματα. Ένα μέρος πιθανότατα προήλθε από άντληση λιγότερο ορατών ή υπόγειων αποθεμάτων. Και ένα άλλο μέρος οφείλεται στη διακοπή του προηγούμενου ρυθμού συσσώρευσης αποθεμάτων.»
Ο Τζόνστον κάνει λόγο για την μεγαλύτερη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων που έχει καταγραφεί ποτέ. «Χωρίς αυτά, η αγορά θα ήταν πολύ πιο σφιχτή και πιθανότατα δεν θα είχαμε βιώσει την ίδια αποκλιμάκωση, ακόμη και με την ταυτόχρονη μείωση των κινεζικών εισαγωγών».
Ένας ακόμη παράγοντας ήταν οι εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγής από τον Κόλπο. Σύμφωνα με τον Τζόνστον, ο συνολικός όγκος που εξέρχεται από τα Εμιράτα μέσω της Φουτζέιρα και από τη δυτική ακτή της Σαουδικής Αραβίας προς την Ερυθρά Θάλασσα αυξήθηκε στα 6-7 εκατομμύρια βαρέλια, από περίπου 2-3 εκατομμύρια προηγουμένως.
Άραγε τι μπορούμε να περιμένουμε;
Το γεγονός ότι αποφεύχθηκε μέχρι σήμερα η εκτόξευση του αργού δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο κίνδυνος έχει περάσει.
Το πρόσθετο πρόβλημα, για τον Τζόνστον τώρα είναι ότι έχουμε μια παράλληλη κρίση που αναδύεται στην πλευρά της διύλισης. Επομένως, ακόμη κι αν έχουμε ξεκαθαρίσει τι συμβαίνει στην πλευρά του αργού πετρελαίου, έχουμε τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια, τις επιθέσεις στη Μαύρη Θάλασσα, τη μείωση των αμερικανικών εξαγωγών τώρα που τα αποθέματα έχουν υποχωρήσει, ενώ ούτε η Κίνα εξάγει διυλισμένα προϊόντα. Όλα αυτά μαζί συσφίγγουν ακόμη περισσότερο τις παγκόσμιες αγορές διυλισμένων προϊόντων.
Αν αυτό συνεχιστεί και εξακολουθήσουμε να αντλούμε από τα αποθέματα αργού πετρελαίου, η τιμή του αργού θα συνεχίσει να ανεβαίνει. Επιπλέον, θα μπορούσαμε να δούμε και τις τιμές των διυλισμένων προϊόντων να αυξάνονται ανεξάρτητα. Για τους καταναλωτές, οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων, και όχι του αργού πετρελαίου, είναι αυτές που θα προκαλέσουν αυτά τα οικονομικά προβλήματα.
Όταν ερωτάται αν, παρά τους παράγοντες που έχουν συγκρατήσει μέχρι σήμερα τις τιμές, θα μπορούσαμε μέσα στους επόμενους μήνες να βρεθούμε αντιμέτωποι με εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ο Τζόνστον απαντά χωρίς περιστροφές:
«Εύκολα. Ήδη το αισθανόμαστε. Οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων βρίσκονται ήδη σε επίπεδα που καταστρέφουν τη ζήτηση. Το μόνο ερώτημα είναι αν βρίσκονται σε επίπεδα αρκετά υψηλά ώστε να καταστρέψουν επαρκώς τη ζήτηση. Πρόκειται για την ίδια θεμελιώδη ανησυχία που θα είχα τον Απρίλιο, μόνο που τώρα εκτυλίσσεται σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα και αφορά περισσότερο την πλευρά των προϊόντων παρά το σύνολο της αγοράς πετρελαίου».
