Το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από τον ΟΠΕΚ μετά από δεκαετίες εξετάζει η Βενεζουέλα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg.
Πρόκειται για μία απόφαση που προφανώς δεν είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη «σύσφιγξη» των σχέσεων με τις ΗΠΑ, και είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως αναφέρουν οι πηγές του ρεπορτάζ του ειδησεογραφικού πρακτορείου, έχει αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεων με Αμερικανούς αξιωματούχους.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου του κομβικού ρόλου που διαδραματίζει η Βενεζουέλα στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, καθώς διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού παγκοσμίως.
Ωστόσο, το Bloomberg επισημαίνει ότι οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και ότι δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την αποχώρηση της χώρας από τον ΟΠΕΚ.
Μια απόφαση για αποχώρηση από τον Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών (ΟΠΕΚ) θα αποτύπωνε την ευρεία πολιτική αναδιάταξη στο Καράκας, αφότου ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανέτρεψε τον επί χρόνια ηγέτη Νικολάς Μαδούρο και ανέλαβε τον έλεγχο των πωλήσεων πετρελαίου της χώρας.
Αυξανόμενη επιρροή των ΗΠΑ
Η αυξανόμενη επιρροή της Ουάσιγκτον αντανακλάται επίσης στις συνομιλίες των ΗΠΑ με τη βενεζουελανή ηγεσία για την απόκτηση μεγάλου μεριδίου στα πετρελαιοπηγές της χώρας — μια εξέλιξη που θα ήταν αδιανόητη μόλις πριν από δύο χρόνια.
Διαπραγματευτές και από τις δύο πλευρές συζητούν αυτή την πρόταση, σύμφωνα με άτομα που έχουν γνώση του θέματος, αναφέρει το Bloomberg. Ορισμένες από τις πηγές, ανέφεραν ότι μια πιθανή διευθέτηση που έχει συζητηθεί είναι η 100ετής μίσθωση πετρελαιοπηγών.
Είναι προφανές ότι μια τέτοια απόφαση από την πλευρά της κυβέρνησης της Βενεζουέλας ευθυγραμμίζεται με την αυξανόμενα παρεμβατική προσέγγιση στο επιχειρείν επί διακυβέρνησης Τραμπ, η οποία έχει αποκτήσει μερίδια σε εταιρείες που κυμαίνονται από την Intel έως την παραγωγό σπάνιων γαιών MP Materials και τη μεταλλευτική εταιρεία λιθίου Lithium Americas.
Η πιθανότητα ανάληψης άμεσου ρόλου από την αμερικανική κυβέρνηση σε πετρελαϊκά έργα της Βενεζουέλας είναι ενδεικτική του πώς ο κλάδος ανατρέπεται εν μέσω μιας περιόδου πολιτικής μετάβασης, στο πλαίσιο της οποίας οι διεθνείς πετρελαϊκοί κολοσσοί τηρούν ως επί το πλείστον επιφυλακτική στάση απέναντι στη Βενεζουέλα, αλλά πιο πρόθυμοι να αναλάβουν ρίσκο είναι ανεξάρτητοι γεωτρητές και επενδυτές οι οποίοι σπεύδουν να εκμεταλλευτούν αυτό που πολλοί θεωρούν ως τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή ευκαιρία από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Περασμένα μεγαλεία…
Κάποτε ηγετικό μέλος του πετρελαϊκού καρτέλ, η σημασία της Βενεζουέλας στον κλάδο έχει υποχωρήσει, καθώς οι κυρώσεις των ΗΠΑ και οι εγχώριες αναταραχές έχουν αποδιοργανώσει την πετρελαϊκή της βιομηχανία.
Η χώρα παρήγαγε 1,16 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Ιούλιο, σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg — λιγότερο από το μισό της ποσότητας που παρήγαγε πριν από μία δεκαετία. Η παραγωγή, ωστόσο, σημείωσε άνοδο φέτος.
Δεδομένης της μειωμένης παραγωγής της, μια πιθανή αποχώρηση της Βενεζουέλας είναι αμφίβολο να έχει άμεσο αντίκτυπο στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου, οι οποίες επί του παρόντος κλυδωνίζονται από τις αναταράξεις του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν.
Μια ενδεχόμενη αποχώρηση της Βενεζουέλας, μετά την αποχώρηση προ μηνών των ΗΑΕ, θα ενέτεινε τις αμφιβολίες για το αν ο ΟΠΕΚ-υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας- μπορεί να παραμείνει ενωμένος και να επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου. Μια περαιτέρω διάσπαση θα μπορούσε να βυθίσει τα μέλη σε έναν σκληρό ανταγωνισμό για το μερίδιο αγοράς, σε μια αναβίωση του σύντομου πολέμου τιμών του 2020.
Η Βενεζουέλα ήταν μία από τις πέντε πετρελαιοπαραγωγούς χώρες που ίδρυσαν τον ΟΠΕΚ το 1960 και θεωρείται ευρέως ως η χώρα με τη μεγαλύτερη επιρροή στη δημιουργία της ομάδας, χάρη στις άοκνες διπλωματικές προσπάθειες του τότε υπουργού Πετρελαίου της, Χουάν Πάμπλο Πέρες Αλφόνσο.
Το καρτέλ και οι εταίροι του διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου έκτοτε — από το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου της δεκαετίας του 1970 έως τις μαζικές μειώσεις παραγωγής που σταθεροποίησαν τις τιμές και βοήθησαν μεγάλο μέρος της παγκόσμιας πετρελαϊκής βιομηχανίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.
Η Βενεζουέλα συνέβαλε επίσης καθοριστικά στη γέννηση του ΟΠΕΚ+, της συμμαχίας που συγκροτήθηκε το 2016 μεταξύ των βασικών μελών του καρτέλ και εξωτερικών παραγωγών (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας), η οποία αναζωογόνησε τον τότε εξασθενημένο οργανισμό.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η επιρροή του συνασπισμού φαίνεται να φθίνει ξανά. Οι Αμερικανοί παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου και άλλοι ανταγωνιστές ανά τον κόσμο έχουν διαβρώσει την ικανότητά του να επηρεάζει τις τιμές. Παράλληλα, οι τεράστιες ανακαλύψεις κοιτασμάτων στη Γουιάνα και τη Βραζιλία έχουν εξασθενήσει την κυριαρχία του στην παραγωγή.
Μήπως είναι η κατάλληλη στιγμή;
Η πιθανή αποχώρηση της Βενεζουέλας από τον ΟΠΕΚ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες από τις ΗΠΑ και αλλού να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας. Αυτό ενδέχεται να προσθέσει στο παγκόσμιο πλεόνασμα πετρελαίου που προβλέπεται για τα επόμενα χρόνια από τον ΔΟΕ και άλλους σημαντικούς αναλυτές, αναφέρει το Bloomberg.
Μια αποχώρηση του Καράκας θα αποτελούσε νίκη για τον Τραμπ, ο οποίος είναι διαχρονικός επικριτής του ΟΠΕΚ και της ικανότητάς του να αυξάνει τις τιμές του πετρελαίου και το κόστος καυσίμων για τους αμερικανούς καταναλωτές.
Μετά την απαγωγή του Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου και την ανάληψη της εξουσίας από την Ντέλσι Ροντρίγκες, οι σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Καράκας έκαναν στροφή 180 μοιρών.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις, επαναλειτουργώντας την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Καράκας και διεξάγοντας απευθείας συνομιλίες με τη Ροντρίγκες και τους κορυφαίους υπουργούς της, χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ελάφρυνσης των κυρώσεων, πρόσβασης στην παγκόσμια χρηματοδότηση και ελέγχου των πετρελαϊκών εσόδων για να κατευθύνει την πολιτική.
Πηγή: ΟΤ
