Τελικά είμαστε ή νιώθουμε φτωχοί; Στο 67,2% η υποκειμενική φτώχεια στο 19,6% η «αντικειμενική»

Η Eurostat την αποκαλεί «υποκειμενική φτώχεια»: Είναι το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με μεγάλη ή αρκετά μεγάλη δυσκολία. Σχεδόν οι επτά στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας (67,2%) εμπίπτουν στην κατηγορία των υποκειμενικά φτωχών. Πρόκειται για ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (17,6%) και σχεδόν διπλάσιο από τη δεύτερη υποκειμενικά φτωχότερη χώρα, τη Βουλγαρία (36,1%).

Εκτός από την αβυσσαλέα απόσταση που μας χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη, η υποκειμενική φτώχεια στην Ελλάδα είναι επίσης υπερτριπλάσια του κινδύνου φτώχειας, που πλήττει το 19,6% του πληθυσμού. Αν μαζί με τον κίνδυνο φτώχειας εξετάσουμε και τον κοινωνικό αποκλεισμό (σοβαρή υλική/κοινωνική στέρηση, χαμηλή ένταση εργασίας) το ποσοστό ανεβαίνει στο 27,5%.

Η μόνη χώρα που βρίσκεται σε χειρότερη, αντικειμενικά, θέση από εμάς είναι η Βουλγαρία με 29% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 20,9%.

υποκειμενική φτώχειαυποκειμενική φτώχεια

πηγή: Greece in Figures

Διαδικτυακό debate για την υποκειμενική φτώχεια

Με αφορμή τη δημοσιοποίηση των παραπάνω στοιχείων από την πλατφόρμα GreeceinFigures, ξέσπασε, για πολλοστή φορά, μια μίνι-τρικυμία στα social media, την ψηφιακή εκδοχή του καφενείου και της πλατείας. Λάδι στη φωτιά έριξε όπως πάντα ο λαλίστατος υπουργός Υγείας και αντιπρόεδρος της ΝΔ Άδωνις Γεωργιάδης, επαναλαμβάνοντας το γνωστό τροπάρι: για τα υψηλά ποσοστά υποκειμενικής φτώχειας ευθύνεται η φυσική τάση των Ελλήνων να βλέπουν τα πράγματα πιο δύσκολα από ό,τι είναι. Δεν παρέλειψε να επικρίνει τα ΜΜΕ, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο «παίζουν αρνητικό ρόλο γιατί υπερτονίζουν τα άσχημα».

Μήπως φταίει ο «Καζαντζιδισμός» για την υποκειμενική φτώχεια;

Κάτω από την ανάρτηση του υπουργού Υγείας υπήρξε θύελλα σχολίων, με τη συντριπτική πλειοψηφία να διαφωνεί με τη «διάγνωση» του υπουργού. Αντίστοιχα debate αλιεύσαμε σε διαδικτυακές κοινότητες όπως το reddit και το phorum.gr, με ομολογουμένως ενδιαφέρουσες απόψεις.

Για παράδειγμα ένας σχολιαστής αποδίδει τα υψηλά ποσοστά υποκειμενικής φτώχειας στον λεγόμενο «Καζαντζιδισμό» των Ελλήνων. Προφανώς συνδέει τα τραγούδια του μεγάλου Καζαντζίδη με την αίσθηση του διαρκώς αδικημένου και πονεμένου, που νιώθει ότι όλοι τον κατατρέχουν. Πολλοί νέοι συνδέουν την υποκειμενική φτώχεια με τη δυσκολία να ζήσει κανείς μόνος του ή να κάνει οικογένεια. Άλλοι αναφέρονται στη μειωμένη αγοραστική δύναμη (η χαμηλότερη στην ΕΕ μαζί με τη Βουλγαρία), το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης (μακράν το υψηλότερο στην ΕΕ), την υποτίμηση των μισθών σε σχέση με τις ώρες εργασίας.

Νίκος Ρώμπαπας – πρόεδρος ΚΕΦΙΜ

Η απάντηση του ΚΕΦΙΜ

Επιχειρώντας να πάμε τον διάλογο ένα βήμα πιο πέρα από το «καφενειακό» επίπεδο, που κι’αυτό δεν πρέπει διόλου να το υποτιμάμε, απευθυνθήκαμε σε επιστήμονες διαφορετικών πεδίων και ιδεολογικών καταβολών. Τους θέσαμε ένα απλό ερώτημα: Γιατί οι δείκτες υποκειμενικής και αντικειμενικής φτώχειας αποκλίνουν τόσο πολύ μεταξύ τους και γιατί αυτό συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα; Είμαστε όντως φτωχοί ή είναι και θέμα ψυχολογίας;

Στην πρόσκληση του in ανταποκρίθηκε πρώτος ο διευθυντής του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) Νίκος Ρώμπαπας.

Δημοσιεύουμε την πλήρη απάντησή του, η οποία έχει τη μορφή άρθρου-παρέμβασης.

Ούτε μίζεροι, ούτε εξαθλιωμένοι: τι μας λέει πραγματικά η υποκειμενική φτώχεια

Επτά στους δέκα Έλληνες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Τρεις στους δέκα βρίσκονται, με τα κριτήρια της Eurostat, σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο νούμερα, σαράντα ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες, πυροδότησε ξανά μια γνώριμη αντιπαράθεση: από τη μία όσοι, όπως ο υπουργός Υγείας, βλέπουν στο 67% μια απόδειξη της εθνικής μας μιζέριας, και από την άλλη όσοι το διαβάζουν ως τεκμήριο του ότι η χώρα βουλιάζει. Και οι δύο αυτές πλευρές βλέπουν, ή επιλέγουν να αναδείξουν, ένα κομμάτι μόνο της αλήθειας.

Τι μετράει ο κάθε δείκτης

Ας δούμε πρώτα τι μετράει ο κάθε δείκτης. Η υποκειμενική φτώχεια προκύπτει από μια απλή ερώτηση της Eurostat προς τα νοικοκυριά: «Πόσο εύκολα ή δύσκολα καλύπτετε τις ανάγκες σας;». Όσοι απαντούν «με δυσκολία» ή «με μεγάλη δυσκολία» καταγράφονται ως υποκειμενικά φτωχοί. Δεν μετράει εισόδημα, αλλά τη σχέση ανάμεσα σε όσα μπαίνουν στο νοικοκυριό και σε όσα βγαίνουν.

Ο δεύτερος δείκτης, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, συχνά παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν αντικειμενικός, αλλά η λέξη αυτή μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Κατά κύριο λόγο μετράει πόσοι άνθρωποι ζουν με εισόδημα κάτω από το 60% της διαμέσου της χώρας. Είναι δηλαδή ένας συγκριτικός, σχετικός δείκτης που μετράει τη θέση του καθενός σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες.

Αυτό έχει μια σημαντική συνέπεια: όταν μια κοινωνία φτωχαίνει ολόκληρη και ομοιόμορφα, η διάμεσος πέφτει, το όριο φτώχειας πέφτει μαζί της, και ο δείκτης μένει σχεδόν ακίνητος. Έτσι εξηγείται κάτι που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει παράδοξο: μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική κατάρρευση της σύγχρονης Ευρώπης σε καιρό ειρήνης, με το εισόδημα των νοικοκυριών να χάνει πάνω από ένα τέταρτο της αξίας του, ο «αντικειμενικός» αυτός δείκτης, το ποσοστό των Ελλήνων που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό, ανέβηκε μόλις οκτώ μονάδες.

Αποκαλυπτική σύγκριση

Η σύγκριση των δύο αυτών δεικτών μέσα στον χρόνο είναι αποκαλυπτική, και γίνεται ακόμη πιο εύγλωττη αν προσθέσουμε την Ευρώπη. Στην υπόλοιπη ΕΕ οι δύο δείκτες σχεδόν ταυτίζονται: το 2007 περίπου 24% των Ευρωπαίων δήλωνε δυσκολία να τα βγάλει πέρα και περίπου 25% βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή αποκλεισμού. Στην Ελλάδα της ίδιας εποχής, η εικόνα ήταν διχασμένη: στον συγκριτικό δείκτη ήμασταν απλώς μια από τις φτωχότερες χώρες της Ένωσης, τέσσερις μονάδες πάνω από τον μέσο όρο, κοντά στην Ισπανία. Στον υποκειμενικό όμως ήμασταν ήδη ευρωπαϊκή εξαίρεση: 52,6% το 2006, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των σημερινών χωρών της ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία, εν μέσω της προ κρίσης ευημερίας.

Η κρίση εκτόξευσε αυτή την ψαλίδα: η υποκειμενική φτώχεια κορυφώθηκε στο 78,3% το 2013 και η απόσταση των δύο δεικτών ξεπέρασε τις σαράντα μονάδες. Και το πιο εντυπωσιακό δεν είναι η κορύφωση, αλλά αυτό που ακολούθησε: από τότε η ψαλίδα δεν κλείνει. Δώδεκα χρόνια μετά, παραμένει καθηλωμένη κοντά στις σαράντα μονάδες, με τον συγκριτικό δείκτη να έχει επιστρέψει περίπου στα προ κρίσης επίπεδα και την υποκειμενική φτώχεια να μένει δεκαπέντε μονάδες πάνω από το 2006. Στο μεταξύ, η Ευρώπη κινήθηκε αντίθετα: η υποκειμενική φτώχεια στην ΕΕ έπεσε κάτω από το 18%, οπότε ο Έλληνας δηλώνει σήμερα σχεδόν τετραπλάσια δυσκολία από τον μέσο Ευρωπαίο, όταν πριν την κρίση δήλωνε διπλάσια. Η κρίση, δηλαδή, δεν άνοιξε προσωρινά την ψαλίδα, τη μετατόπισε μόνιμα.

Μέρος της απάντησης για την υποκειμενική φτώχεια είναι πολιτισμικό, μας λέει ο διευθυντής του ΚΕΦΙΜ  / φωτό: Unsplash – K. Kόλλιας

Ο Νότος της απαισιοδοξίας

Πώς εξηγείται αυτό; Ένα μέρος της απάντησης είναι πολιτισμικό: η βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι οι νότιοι Ευρωπαίοι απαντούν πιο απαισιόδοξα σε τέτοιες ερωτήσεις. Παρόμοιο αν και ηπιότερο χάσμα εμφανίζεται στην Κύπρο και στη Μάλτα. Αλλά το μέγεθος του ελληνικού χάσματος, και κυρίως η επιμονή του επί είκοσι χρόνια, δεν εξηγούνται μόνο έτσι.

Η προσωπική μου ερμηνεία είναι ότι οι Έλληνες δεν συγκρίνουν τη ζωή τους με το όριο φτώχειας της στατιστικής, αλλά με δύο πολύ πιο απτά κριτήρια. Το πρώτο είναι πώς ζούσαν πριν την κρίση: όπως δείχνει πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ για τα εισοδήματα των νοικοκυριών, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών, παρά την αύξηση 14,3% από το 2019 έως το 2024, παραμένει 15% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2009, ενώ στο μεταξύ οι τιμές στα σούπερ μάρκετ, στα ενοίκια και στην ενέργεια έχουν συγκλίνει με τις ευρωπαϊκές.

Δεν είναι θέμα ψυχολογίας, αλλά βιοτικού επιπέδου

Το δεύτερο μέτρο είναι οι γειτονικές μας χώρες: την ίδια δεκαπενταετία που η Ελλάδα πάλευε να επιστρέψει στο προ της κρίσης σημείο εκκίνησης, οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, και ιδίως οι βαλκανικές, προόδευσαν θεαματικά και συνέκλιναν με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας είναι συνεπώς υψηλές, αλλά όχι αυθαίρετες: είναι αγκυρωμένες σε ένα βιοτικό επίπεδο που η χώρα είχε κατακτήσει και έχασε, και σε μια Ευρώπη που στο μεταξύ προχώρησε. Όταν κάποιος θυμάται πού βρισκόταν το 2009 και βλέπει πού έφτασαν στο μεταξύ οι διπλανοί του, το αίσθημα ότι «δεν βγαίνει οικονομικά» δεν είναι ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά αποτέλεσμα μιας σύγκρισης με πραγματικά και ουσιώδη μεγέθη.

Πώς θα κλείσει η ψαλίδα;

Κανένας από τους δύο δείκτες, λοιπόν, δεν είναι «ο σωστός». Καθένας τους μετρά διαφορετικά πράγματα, και η σημαντικότερη πληροφορία βρίσκεται στην απόσταση μεταξύ τους. Ο ένας μάς λέει ότι η θέση του μέσου Έλληνα μέσα στην εγχώρια κατανομή εισοδήματος επέστρεψε περίπου εκεί που ήταν. Ο άλλος μάς λέει ότι η απόσταση ανάμεσα σε αυτά που βγάζει και σε αυτά που πληρώνει παραμένει πολύ χειρότερη από ό,τι πριν την κρίση. Και τα δύο ισχύουν ταυτόχρονα, γιατί περιγράφουν μια κοινωνία που φτώχυνε ομοιόμορφα σε σχέση με το παρελθόν της και με την Ευρώπη, χωρίς να αλλάξει πολύ η εσωτερική της κατάταξη. Το αν λοιπόν βλέπουμε τα πράγματα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λίγη σημασία έχει. Το σημαντικό είναι τι πρέπει να γίνει για να ξανακλείσει η ψαλίδα ανάμεσα στους δύο δείκτες: εισοδήματα που αυξάνονται γρηγορότερα από τις τιμές, χαμηλότεροι φόροι στην εργασία, ανοιχτές αγορές που ρίχνουν το κόστος ζωής, και ένα κράτος που αφήνει στα νοικοκυριά μεγαλύτερο μερίδιο από τα εισοδήματα που αυτά παράγουν.

*Ο Νίκος Ρώμπαπας είναι πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA