Σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης κινείται η ελληνική οικονομία, εμφανίζοντας ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις και διατηρώντας θετικό προβάδισμα έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η βαθιά χαραγμένη πληγή της πολυετούς κρίσης χρέους παραμένει ανοιχτή. Τα τελευταία ευρήματα αποτυπώνουν μια σαφή πραγματικότητα: παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας υπολείπεται ακόμη κατά 13,6% από το ιστορικό υψηλό που είχε καταγραφεί το δεύτερο τρίμηνο του 2007, λίγο πριν το ξέσπασμα της δημοσιονομικής καταιγίδας.
Η οικονομική έκθεση αναλύει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Παρά τη θετική πορεία, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από τα επίπεδα προ της κρίσης χρέους, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο συνεχίζει να παρουσιάζει ελλείμματα
Στην ανάλυση της Eurobank, στο νέο τεύχος «7 Ημέρες Οικονομία», σχεδόν δύο δεκαετίες μετά το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, η επούλωση των βαθιών τραυμάτων της ύφεσης αποδεικνύεται μια μακρά και επίπονη διαδικασία.
Με βάση τους παρόντες ρυθμούς μεγέθυνσης, η πλήρης επούλωση αυτού του κενού και η ολική επαναφορά στα προ κρίσης επίπεδα παραπέμπεται στο μακρινό πρώτο τρίμηνο του 2034. Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει το τεράστιο βάθος της οικονομικής ύφεσης που μεσολάβησε, αλλά και την επιτακτική ανάγκη για επιτάχυνση των δομικών μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
ΑΕΠ: Η εικόνα του δεύτερου τριμήνου του έτους
Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας σημείωσε ετήσια αύξηση 1,9%. Πρόκειται για το 20ό συνεχόμενο τρίμηνο θετικής οικονομικής μεγέθυνσης, επιβεβαιώνοντας ότι η εγχώρια οικονομία διατηρεί την αναπτυξιακή της δυναμική σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Εντούτοις, η «ψαλίδα» της υπεραπόδοσης σε σχέση με την ευρωπαϊκή οικονομία σταδιακά στενεύει, καθώς οι ρυθμοί μεγέθυνσης συγκλίνουν προς χαμηλότερα επίπεδα.
Στην προσέγγιση της δαπάνης, ο βασικός στυλοβάτης της ανάπτυξης παρέμειναν οι επενδύσεις παγίων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6,1% σε ετήσια βάση. Αν και ο ρυθμός αυτός συνιστά επιβράδυνση σε σύγκριση με το προηγούμενο διάστημα, η συνεχής άνοδος των επενδύσεων συμβάλλει καθοριστικά στην αναπλήρωση του χαμένου κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας. Παρά ταύτα, το χάσμα με την Ευρώπη παραμένει υπαρκτό: οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνονται κοντά στο 21,3%, έναντι 21,5% στην ΕΕ-27, καθιστώντας αναγκαία τη διατήρηση υψηλών επενδυτικών ροών για την επίτευξη ουσιαστικής παραγωγικής σύγκλισης.
Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση κατέγραψε άνοδο 1,7%, υποστηριζόμενη από τη σταδιακή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και τη μείωση της ανεργίας, ενώ η δημόσια κατανάλωση σημείωσε ηπιότερη αύξηση 1,0%.


Το μεγάλο «αγκάθι» και η υποχώρηση των υπηρεσιών
Πίσω από τη θετική επικεφαλίδα του +1,9% κρύβονται σημαντικές ανισορροπίες, με κυριότερη την αρνητική συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η πιο ανησυχητική εξέλιξη του δεύτερου τριμήνου αφορά τις καθαρές εξαγωγές υπηρεσιών, οι οποίες κατέγραψαν πτώση -3,6%, αφαιρώντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες από τον συνολικό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.
Η κάμψη αυτή αποδίδεται κυρίως στη στασιμότητα ή τη μερική υποχώρηση των τουριστικών εισπράξεων και των ναυτιλιακών εσόδων, τομείς που παραδοσιακά αποτελούν τις αιχμές του δόρατος για την ελληνική οικονομία.
Αντίθετα, οι καθαρές εξαγωγές αγαθών βελτιώθηκαν κατά -4,7% (συγκριτικά με τις εισαγωγές), προσφέροντας θετική συνεισφορά +0,5 ποσοστιαίων μονάδων στο ΑΕΠ, εξαιτίας της συγκράτησης των εισαγωγών βιομηχανικών πρώτων υλών και της ενίσχυσης ορισμένων εξαγωγικών κλάδων της μεταποίησης.
Στην προσέγγιση της παραγωγής, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση (από 1,7% το πρώτο τρίμηνο), υποδηλώνοντας μια οριακή αλλά σαφή επιβράδυνση της παραγωγικής δραστηριότητας στους τομείς της μεταποίησης και των κατασκευών.
Τι προβλέπουν οι διεθνείς οργανισμοί για το μέλλον
Οι εκτιμήσεις της Eurobank ευθυγραμμίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις προβλέψεις των διεθνών οικονομικών οργανισμών, οι οποίοι βλέπουν διατήρηση της ανάπτυξης τα αμέσως επόμενα έτη, αλλά με εμφανή τάση αποκλιμάκωσης προς τη δυνητική ανάπτυξη της χώρας:
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για φέτος και υποχώρηση στο 1,6% το 2027.
- Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ): Εκτιμά την ανάπτυξη στο 1,9% για φέτος και στο 1,4% το 2027.
- ΟΟΣΑ: Εμφανίζεται ο πιο αισιόδοξος, προβλέποντας 1,9% φέτος και 2,0% το 2027.
Το πλέον κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, αφορά τη μακροπρόθεσμη προοπτική. Σύμφωνα με την έκθεση, ο μέσος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας δεν προβλέπεται να ξεπερνά το 1,5%. Αυτή η δομική επιβράδυνση σχετίζεται άμεσα με τις δημογραφικές προκλήσεις, τη γήρανση του πληθυσμού, τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και το έλλειμμα παραγωγικότητας που εξακολουθεί να υφίσταται σε σχέση με τις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η πρόκληση του 2034 και η ανάγκη για αλλαγή υποδείγματος
Η διαπίστωση ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι το 2034 για να επανέλθει στα επίπεδα ευημερίας του 2007 υπογραμμίζει το μέγεθος του στοιχήματος που καλείται να κερδίσει η χώρα. Η διατήρηση ρυθμών πέριξ του 1,5%-1,9% εξασφαλίζει μεν τη σταθερότητα και τη σταδιακή απομάκρυνση από την κρίση, αλλά δεν αρκεί για να καλύψει ταχέως το αναπτυξιακό κενό με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Για να μετατοπιστεί το ορόσημο του 2034 νωρίτερα, η οικονομία χρειάζεται μια αποφασιστική στροφή σε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα.
Αυτό απαιτεί:
- Επιτάχυνση των επενδύσεων έντασης κεφαλαίου: Αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, πράσινης μετάβασης και υποδομών.
- Ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας: Μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και της εισαγωγής καινοτομίας στις επιχειρήσεις.
- Διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης: Μετατόπιση του εξαγωγικού μοντέλου από τις παραδοσιακές υπηρεσίες (τουρισμός, ναυτιλία) προς τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά υψηλής προστιθέμενης αξίας.


Η ελληνική οικονομία έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά της. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η αντοχή στις πιέσεις, αλλά η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για μια ταχύτερη, διατηρήσιμη και συμπεριληπτική ανάπτυξη που θα φέρει πιο κοντά την πραγματική σύγκλιση.
