Δημόσιο χρήμα στην υπηρεσία των τεχνολογικών κολοσσών

Στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) παρουσιάζεται συνήθως ως κάτι άυλο, σχεδόν μαγικό. Η συζήτηση μονοπωλείται από αλγόριθμους, μοντέλα, δεδομένα και το αόρατο «σύννεφο» (cloud). Την ίδια ώρα, ο πολιτικός διάλογος αναλώνεται επιδερμικά σε ζητήματα κανονιστικών ρυθμίσεων, προστασίας της ιδιωτικότητας ή στην αγωνία για το πώς η Ευρώπη θα καταφέρει να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, σημειώνει το Social Europe, είναι πως η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι εξαιρετικά και αδυσώπητα υλική. Δεν «ζει» στον αέρα. Απαιτεί θηριώδη κέντρα δεδομένων (data centers), τα οποία με τη σειρά τους καταβροχθίζουν τεράστιες εκτάσεις γης, γραμμές μεταφοράς ενέργειας, υποσταθμούς και μετασχηματιστές. Η λειτουργία τους συνδέεται με μια αδιανόητη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ για την ψύξη αυτών των συστημάτων θυσιάζονται τεράστιες ποσότητες νερού. Η ευρωπαϊκή κούρσα για την Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι πλέον ένας τεχνολογικός ανταγωνισμός· έχει μετατραπεί σε έναν ωμό, επιθετικό αγώνα ελέγχου κρίσιμων δημόσιων υποδομών.

Το δημόσιο χρήμα στην υπηρεσία των κολοσσών

Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμμετέχει σε αυτή την κούρσα με χαρακτηριστικό ζήλο —και με τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων. Προχωρά στη δημιουργία 19 «Εργοστασίων AI» (AI Factories) μέσω του δικτύου υπερυπολογιστών της, με τις συνολικές ευρωπαϊκές επενδύσεις για την περίοδο 2021-2027 να αναμένεται να αγγίξουν τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Τον περασμένο Ιούλιο, μάλιστα, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να δημιουργήσει έως και επτά «Gigafactories» Τεχνητής Νοημοσύνης, προσφέροντας επιπλέον 10 δισ. ευρώ σε κοινοτική και εθνική χρηματοδότηση, με στόχο την προσέλκυση τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ σε ιδιωτικές επενδύσεις.

Αυτό που βαφτίζεται ως «βιομηχανική πολιτική», δεν είναι τίποτα άλλο από μια μαζική, πρωτοφανής διεκδίκηση των δημόσιων υποδομών από τον ιδιωτικό τομέα, με τις ευλογίες —και τα κεφάλαια— του κράτους.

Το ενεργειακό μαύρο τρύπα και οι κοινωνικές ανισότητες

Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί, εκτοξευόμενη από τις 415 τεραβατώρες (TWh) το 2024 σε περίπου 945 TWh μέχρι το 2030. Στην Ευρώπη, η αντίστοιχη κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά περισσότερο από 70%.

Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται απλώς στη συνολική κατανάλωση, αλλά στη συγκέντρωση. Τα data centers δημιουργούν μια κολοσσιαία, τοπική ζήτηση για ηλεκτρικό ρεύμα, την ώρα που χτίζονται με ταχύτητες πολύ μεγαλύτερες από τον χρόνο που απαιτείται για την αναβάθμιση των δικτύων που τα τροφοδοτούν. Ήδη, όπως επισημαίνει ο IEA, σε πολλές περιοχές της Ευρώπης οι χρόνοι αναμονής για σύνδεση στο δίκτυο μετριούνται πλέον σε χρόνια.

Εδώ ανακύπτει ένα βαθιά πολιτικό –και ταξικό– ζήτημα, το οποίο οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις πασχίζουν να παρουσιάσουν ως αμιγώς «τεχνικό». Την ώρα που η Ευρώπη πρέπει να διασυνδέσει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να χτίσει κατοικίες, να εξηλεκτρίσει την παραδοσιακή της βιομηχανία και να υποστηρίξει τα ηλεκτρικά οχήματα ή τις αντλίες θερμότητας, τα data centers αναμένεται να καταβροχθίσουν το 10% της αύξησης της ευρωπαϊκής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 2030.

Όταν η χωρητικότητα του δικτύου είναι περιορισμένη, ποιος προηγείται; Ένα πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας; Μια τοπική βιομηχανία που προσπαθεί να μειώσει το αποτύπωμά της; Ή το ενεργειοβόρο data center μιας πολυεθνικής του AI; Το διαβόητο «αόρατο χέρι της αγοράς» δεν μπορεί να δώσει ουδέτερη απάντηση. Τα ηλεκτρικά δίκτυα είναι ρυθμιζόμενες υποδομές, χτισμένες με δεκαετίες δημόσιων επενδύσεων, συλλογικού σχεδιασμού και πολιτικών αποφάσεων. Οποιαδήποτε απόφαση για την πρόσβαση σε αυτά, αποτελεί ουσιαστικά μια απόφαση για την κατανομή του πλούτου. Με απλά λόγια, η Τεχνητή Νοημοσύνη μετατρέπει την ενεργειακή πολιτική στο σκληρότερο εργαλείο βιομηχανικής εξουσίας.

Η γεωγραφία του κέρδους και το τέλος του παλιού κοινωνικού συμβολαίου

Οι περιορισμοί στις υποδομές ήδη αναδιαμορφώνουν την ευρωπαϊκή γεωγραφία, αλλά με όρους αγοράς. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, τα κολοσσιαία data centers απομακρύνονται από τα παραδοσιακά τεχνολογικά κέντρα, αναζητώντας φθηνότερο ρεύμα, φθηνή γη και γρήγορες συνδέσεις στο δίκτυο στην περιφέρεια. Ο μέσος όρος απόστασης ενός ευρωπαϊκού data center που σχεδιάζεται για την περίοδο 2026-2028 απέχει πλέον 175 χιλιόμετρα από μια μεγάλη πόλη, συγκριτικά με τα μόλις 46 χιλιόμετρα για τα αντίστοιχα έργα της τριετίας 2022-2025.

Αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να ωφελήσει παραμελημένες περιφέρειες. Αλλά τι ακριβώς παίρνουν πίσω οι τοπικές κοινωνίες όταν υποθηκεύουν τους πόρους τους;

Το παράδειγμα της βόρειας Γερμανίας είναι αποκαλυπτικό. Ο Όμιλος Schwarz (ιδιοκτήτης των σούπερ μάρκετ Lidl) ανακοίνωσε επένδυση 5,6 δισ. ευρώ για ένα data center κοντά στο Ρόστοκ. Η αρχική του χωρητικότητα (240 megawatt) ισοδυναμεί με την κατανάλωση ρεύματος περίπου 600.000 νοικοκυριών. Το κοινωνικό αντάλλαγμα για αυτόν τον ενεργειακό Λεβιάθαν; Μόλις 120 μόνιμες θέσεις εργασίας.

Η συγκεκριμένη σύγκριση ξεμπροστιάζει την πολιτική οικονομία της εποχής του AI. Τα data centers είναι δομές ακραίας έντασης κεφαλαίου και πόρων, αλλά ελάχιστης έντασης εργασίας. Το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο —«σας δίνουμε γη και δημόσιες υποδομές για να μας φέρετε μαζικές θέσεις εργασίας»— έχει καταρρεύσει.

Ιδιωτικοποιώντας τα κέρδη, κοινωνικοποιώντας τα κόστη

Υπό το πρόσχημα της «στρατηγικής αυτονομίας» και της ανάγκης απεξάρτησης από τους αμερικανικούς κολοσσούς του cloud, η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί ένα γνώριμο, παρωχημένο μοτίβο κρατικοδίαιτου καπιταλισμού. Όπως συνέβη ιστορικά με τους σιδηρόδρομους και τις τηλεπικοινωνίες, το κράτος αναλαμβάνει να μειώσει το ρίσκο της επένδυσης, η κοινωνία χρηματοδοτεί και παρέχει τις υποδομές (δίκτυα, ενέργεια), αλλά ο ιδιωτικός τομέας είναι αυτός που συσσωρεύει το σύνολο σχεδόν της υπεραξίας.

Μπροστά στον στόχο της Κομισιόν να τριπλασιαστεί η χωρητικότητα των data centers στην Ε.Ε. έως το 2035, απαιτείται μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση, με σαφές προοδευτικό και κοινωνικό πρόσημο. Όταν τεράστιες εγκαταστάσεις απαιτούν επέκταση του δικτύου, οι τεχνολογικοί κολοσσοί οφείλουν να επωμίζονται αποκλειστικά το κόστος. Τα έργα αυτά πρέπει να υποχρεώνονται στην παραγωγή νέας καθαρής ενέργειας —ώστε να μην «κλέβουν» απλώς την υπάρχουσα από τους πολίτες— και η παραγόμενη θερμότητα να επιστρέφει υποχρεωτικά στις πόλεις για τη θέρμανση κατοικιών.

Ταυτόχρονα, η δημόσια χρηματοδότηση δεν μπορεί να δίνεται ως λευκή επιταγή. Απαιτούνται ρήτρες δημοσίου συμφέροντος, ώστε πανεπιστήμια, ερευνητές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις να έχουν ανοιχτή και δωρεάν πρόσβαση στην υπολογιστική ισχύ που χτίζεται με τα χρήματα του λαού.

Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, είναι να σταματήσει η τυφλή υποταγή στο τεχνολογικό αφήγημα. Δεν είναι κάθε data center κοινωνικά χρήσιμο απλώς και μόνο επειδή ανήκει στην ψηφιακή οικονομία. Σε συνθήκες σπανιότητας ενεργειακών πόρων, το κράτος οφείλει να επιλέγει με βάση το ευρύτερο κοινωνικό όφελος. Αυτό δεν συνιστά εχθρότητα απέναντι στην τεχνολογία, αλλά τη στοιχειώδη βάση για μια βιομηχανική πολιτική με γνώμονα την κοινωνική δικαιοσύνη.

Η πολιτική οικονομία της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι καθόλου άυλη. Αν οι πολίτες καλούνται να χρηματοδοτήσουν τους υπερυπολογιστές, να επεκτείνουν τα δίκτυα και να στερηθούν το νερό και το ρεύμα τους, τότε δικαιούνται –και οφείλουν να διεκδικήσουν– το αντίστοιχο, δίκαιο μερίδιο από τον παραγόμενο πλούτο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA