Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για τον προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034, έκανε υπερήφανα λόγο για έναν «προϋπολογισμό για μια ισχυρότερη Ευρώπη». Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς και το εντυπωσιακό νούμερο των 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ, κρύβεται μια εντελώς διαφορετική, εξαιρετικά ανησυχητική πραγματικότητα.
Όπως αναλύουν στο Social Europe οι Sonja Hennen και Dominika Biegon, κορυφαία στελέχη οικονομικής πολιτικής της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (DGB), η Ευρώπη οδεύει ολοταχώς προς μια επικίνδυνη δημοσιονομική συρρίκνωση, την ώρα ακριβώς που χρειάζεται τεράστια κεφάλαια για να επιβιώσει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Η αλήθεια των αριθμών είναι σκληρή: η πραγματική οικονομική «δύναμη πυρός» της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώνεται. Αν δούμε τα δεδομένα καθαρά, σε σχέση με το μέγεθος της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο νέος προϋπολογισμός αυξάνεται ελάχιστα.
Το μεγάλο, κρυφό πρόβλημα είναι το τι θα συμβεί όταν στερέψουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης (NextGenerationEU) το 2026. Χωρίς αυτό το εργαλείο —για το οποίο δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη αντικατάστασης— η πραγματική ικανότητα της Ε.Ε. να χρηματοδοτεί έργα θα πέσει δραματικά.
Σαν να μην έφτανε αυτό, κράτη όπως η Γερμανία, παραμένοντας εμμονικά πιστά στο δόγμα της λιτότητας, ζητούν ήδη «ψαλίδι» 20% στην πρόταση της Κομισιόν. Το αποτέλεσμα θα είναι ένα τρομακτικό επενδυτικό κενό.
Ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα της Επιτροπής, η Ευρώπη θα έχει ετήσιο έλλειμμα 300 δισεκατομμυρίων ευρώ μόνο για τα απολύτως απαραίτητα διασυνοριακά έργα (ενεργειακά δίκτυα, υποδομές, πράσινη μετάβαση).
Αν προσθέσουμε και τις εθνικές ανάγκες του κάθε κράτους, η «τρύπα» εκτοξεύεται στο δυσθεώρητο ποσό του 1,2 τρισ. ευρώ. Τα δε κράτη-μέλη έχουν δεμένα τα χέρια τους, καθώς οι αυστηροί δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. απαγορεύουν τις μεγάλες κρατικές δαπάνες.
Χάνοντας το τρένο από ΗΠΑ και Κίνα
Ενώ η Ευρώπη αναλώνεται σε συζητήσεις για περικοπές και κανόνες χρέους, οι παγκόσμιοι ανταγωνιστές της ρίχνουν αμύθητα ποσά στην πραγματική οικονομία. Η Κίνα επενδύει περίπου 5,9 τρισ. δολάρια ετησίως (πάνω από το 30% του ΑΕΠ της) και οι ΗΠΑ 5,1 τρισ. δολάρια (17% του ΑΕΠ). Η Ευρώπη ακολουθεί ασθμαίνοντας με 3,1 τρισ. δολάρια (16%).
Το χειρότερο, όμως, δεν είναι η ποσότητα, αλλά η ποιότητα των επενδύσεων. Στην Ευρώπη, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων πηγαίνει απλώς για να «μπαλωθούν» ή να αντικατασταθούν παλιές υποδομές.
Οι καθαρές παραγωγικές επενδύσεις —αυτές δηλαδή που δημιουργούν νέο πλούτο, καινοτομία και ανάπτυξη— βρίσκονται μόλις στο 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της ευρωπαϊκής υστέρησης, στην Κίνα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 23% και στις ΗΠΑ 4%.
Η ώρα των αποφάσεων: Τέλος στη λιτότητα και τις «λευκές επιταγές»
Πώς μπορεί να αναστραφεί αυτή η πορεία παρακμής; Οι συγγραφείς ξεκαθαρίζουν ότι απαιτούνται δύο άμεσες και ριζικές αλλαγές πλεύσης.
Πρώτον, η Ευρώπη πρέπει να σπάσει οριστικά το ταμπού του κοινού χρέους. Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν ένα επιτυχημένο πείραμα που στήριξε εκατομμύρια νέους και έδωσε ανάσα στην οικονομία. Η Ε.Ε. χρειάζεται επειγόντως ένα μόνιμο διάδοχο σχήμα, με νέο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό, που θα κατευθύνεται αποκλειστικά σε στρατηγικές επενδύσεις.
Παράλληλα, οι ασφυκτικοί δημοσιονομικοί κανόνες πρέπει να αλλάξουν: τα κράτη πρέπει να μπορούν να δανείζονται για επενδύσεις που φέρνουν ανάπτυξη, χωρίς να προσμετρώνται αυτές οι δαπάνες στα ελλείμματά τους, ώστε να μην τιμωρούνται.
Δεύτερον, πρέπει να μπει τέλος στα κρατικά χρήματα χωρίς όρους. Η Ευρώπη δεν χάνει μόνο επειδή επενδύει λιγότερα, αλλά και επειδή τα ξοδεύει λάθος. Στις ΗΠΑ, μέσα από το πρόγραμμα IRA, οι κρατικές επιδοτήσεις δίνονται με αυστηρούς όρους (υποχρέωση για καλές θέσεις εργασίας και εγχώρια παραγωγή).
Αντίθετα, στην Ευρώπη τα ευρωπαϊκά κεφάλαια μοιράζονται συχνά στις επιχειρήσεις ως «λευκές επιταγές». Το αποτέλεσμα είναι ότι, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, τεράστια ποσά καταλήγουν σε μερίσματα μετόχων και χρηματιστηριακά παιχνίδια, αντί να μετατρέπονται σε εργοστάσια και θέσεις εργασίας.
Η αλλαγή αυτή πρέπει να ξεκινήσει τώρα. Το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας ετοιμάζεται να μοιράσει 409 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αυτά τα χρήματα δεν νοείται να δοθούν χωρίς αυστηρές κοινωνικές ρήτρες. Πρέπει να συνδεθούν υποχρεωτικά με τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας εντός της Ευρώπης, την επανεπένδυση των κερδών από τις εταιρείες και την υποχρεωτική εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων.
Μια ισχυρότερη Ευρώπη είναι εφικτή. Όμως, για να γίνει πράξη, η ηγεσία της πρέπει να τολμήσει να ξοδέψει περισσότερα, να κόψει τον ομφάλιο λώρο της λιτότητας και να απαιτήσει από το κεφάλαιο να επιστρέψει πραγματική αξία στην κοινωνία.
