Εδώ και αρκετά χρόνια το ΕΣΠΑ έχει γίνει συνώνυμο με την ευρωπαϊκή οικονομική ενίσχυση για την ελληνική οικονομία. Πράγμα λογικό αφού οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις έχουν υπάρξει καθοριστικές για τη χρηματοδότηση έργων, δράσεων και υποδομών. Αντίστοιχα, ήδη από την αρχή της ελληνικής ένταξης στην ΕΕ, οι επιδοτήσεις της ΚΑΠ παραμένουν αναντικατάσταση παράμετρος της αγροτικής παραγωγής της χώρας μας.
Τόσο το ΕΣΠΑ όσο και η ΚΑΠ έχουν να κάνουν με τους αλλεπάλληλους επταετείς προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή, όπως είναι η επίσημη ονομασία του στη newspeak της ΕΕ, το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
Όπως και οτιδήποτε στον μαγικό κόσμο των Βρυξελλών, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός είναι αποτέλεσμα σκληρής διαπραγμάτευσης μεταξύ των κρατών-μελών. Μια καθοριστική παράμετρος είναι ότι τα κράτη-μέλη χωρίζονται σε αυτά που κατά βάση πληρώνουν και αυτά που κατά βάση εισπράττουν.
Πώς διαμορφώνεται η χρηματοδότηση που καταλήγει στο κάθε ΕΣΠΑ
Ο λόγος είναι ότι ναι μεν όλες οι χώρες συνεισφέρουν ανάλογα με οικονομικά μεγέθη τους, αλλά λαμβάνουν ανάλογα με τις ανάγκες και το κατά πόσο αποκλίνουν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι οι μεγάλες οικονομίες της ΕΕ δίνουν στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό περισσότερα από όσα λαμβάνουν, κάτι που διακρίνει τις χώρες που κατεξοχήν συνεισφέρουν, από τις χώρες που λαμβάνουν περισσότερα από όσα συνεισφέρουν, άρα είναι χώρες που κατεξοχήν λαμβάνουν. Η χώρα μας είναι μια τέτοια περίπτωση και δύσκολα μπορούμε να σκεφτούμε την ελληνική οικονομία και παραγωγή χωρίς το ΕΣΠΑ και την ΚΑΠ.
Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, το αντιστάθμισμα για τις χώρες που δίνουν περισσότερα από όσα λαμβάνουν είναι ότι είναι και περισσότερο ωφελούμενες από την ίδια τη λειτουργία της ΕΕ. Έτσι, η Γερμανία, που είναι η χώρα με την μεγαλύτερη τελική συνεισφορά – ενδεικτικά το 2023 συνείσφερε 33,8 δισεκατομμύρια ευρώ αλλά έλαβε μόνο 14 δισεκατομμύρια – είναι και η χώρα με τα μεγαλύτερα οφέλη διαχρονικά από την ύπαρξη της ενιαίας αγοράς.
Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί το να υπάρχουν φωνές μέσα στις χώρες με καθαρή τελική συνεισφορά που επιμένουν ότι δεν πρέπει «τα λεφτά του δικού τους φορολογουμένου» να καταλήγουν στον ευρωπαϊκό Νότο ή στην Πολωνία.
Μικρή σημασία έχει ότι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, καθώς ακόμη και τώρα, που υποτίθεται ότι η αρχική πρόταση είναι η μεγαλύτερη, μιλάμε για 2 τρισεκατομμύρια ευρώ και ένα ποσοστό 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ κατά μέσο όσο, ή ότι η μέγιστη καθαρή συνεισφορά που βρέθηκε να έχει η Γερμανία ήταν λίγο πάνω από 25 δισεκατομμύρια ευρώ, όχι ιδιαίτερα μεγάλο ποσό για μια χώρα με ΑΕΠ πάνω από 4,5 τρισεκατομμύρια ευρώ. Το βασικό είναι εάν θα διαμορφωθεί ένα κλίμα στην εσωτερική πολιτική συζήτηση που καταλήγει στο «γιατί να πληρώνουμε εμείς για άλλους;».
Και φαίνεται ότι στα διάφορα εμπόδια που πάντα είναι σπαρμένα στο δρόμο για έναν προϋπολογισμό της ΕΕ, προβλήματα που περιλαμβάνουν και το πώς μοιράζεται, τις κατευθύνσεις που παίρνει η ΚΑΠ, τις δράσεις που μπορούν να περιληφθούν στο ΕΣΠΑ κάθε χώρας, προστίθενται και τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η CDU μετά τα αλλεπάλληλα αρνητικά εκλογικά αποτελέσματα σε εκλογές ομοσπονδιακών κρατιδίων. Και η ανησυχία είναι ότι σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις εκλογικές απώλειες η γερμανική κυβέρνηση θα υιοθετήσει μια πιο «σκληρή» γραμμή προσπαθώντας να εξασφαλίσει χαμηλότερη γερμανική συνεισφορά. Επίσης, ένα από τα διακυβεύματα είναι εάν θα περάσουν οι προτάσεις που περιλαμβάνονται στο τρέχον προτεινόμενο πακέτο για αύξηση των ευρωπαϊκών «ίδιων πόρων», δηλαδή της φορολογίας που θα πηγαίνει απευθείας στα ταμεία της ΕΕ, κάτι που για τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα είναι η μόνη λύση για να μην πάμε σε αυξημένες εθνικές συνεισφορές.
Επισήμως, η γερμανική κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν υπάρχει κανένα θέμα αλλαγής στάση και ότι οι θέσεις της είναι σταθερές. Όμως, έχει ενδιαφέρον ότι ο ίδιος υπουργός που δήλωσε ότι «η γερμανική κυβέρνηση είναι και παραμένει σταθερή» και δεν τίθεται θέμα εμποδίων στη διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό, ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Γκύντερ Κρίχμπαουμ, δήλωσε επίσης ότι «κανείς πρέπει να αναρωτηθεί μήπως ο Κόστα έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα», για να συμπληρώσει ότι χρειάζεται μεγαλύτερος ρεαλισμός ως προς τις δαπάνες.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει ζητήσει γενικά περικοπές στον προϋπολογισμό, έχει απορρίψει την αύξηση των εθνικών συνεισφορών και έχει καταδικάσει επιπλέον φορολογία σε βάρος των επιχειρήσεων, κάτι που καθιστά πολύ δύσκολη τη διαπραγμάτευση, ιδίως εάν ο σκοπός είναι να μη βρεθεί η Ένωση με έναν μικρότερο προϋπολογισμό, άρα και με μικρότερα ευρωπαϊκά κονδύλια για τις χώρες που επενδύουν παραδοσιακά στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση όπως η Ελλάδα.
Τυπικά, η διαπραγμάτευση θα μπορούσε να συνεχιστεί και το 2027, όμως πρόκειται για μια εκλογική χρονιά, με εκλογές στη Γαλλία, την Πολωνία, την Ιταλία, την Ισπανία, κάτι που συνήθως δεν διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις. Γι’ αυτό και ο Κόστα έχει κάνει σαφές ότι θα ήθελε να έχει μια καταρχήν συμφωνία μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Όμως, με τον καγκελάριο Μερτς να δέχεται το ένα εκλογικό χαστούκι μετά το άλλο στις τοπικές γερμανικές εκλογές φαντάζει πολύ δύσκολο η Γερμανία να συναινέσει το επόμενο διάστημα σε έναν συμβιβασμό που θα οδηγούσε στο να είναι η σημερινή γερμανική κυβέρνηση ευάλωτη σε επικρίσεις ότι για άλλη μια φορά συναίνεση ώστε τα λεφτά «του Γερμανού φορολογούμενου» να γίνουν ενίσχυση για τους αγρότες και τους εργαζομένους άλλων κρατών-μελών, να γίνονται ΕΣΠΑ και ΚΑΠ για χώρες όπως η Ελλάδα. Ενδεικτικό και το γεγονός ότι η AfD υποστηρίζει το δραστικό περιορισμό του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
