Την ίδια εβδομάδα που η Νέα Υόρκη υποδεχόταν δεκάδες ηγέτες από όλο τον κόσμο για την 81η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συναντούσε τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ. Οι δύο χώρες βρίσκονται σε εμπορική εκεχειρία διάρκειας ενός έτους, η οποία λήγει τον Νοέμβριο.
Ωστόσο, φαίνεται πως ο Τραμπ φάνηκε πως δεν διέθετε κάποια ιδιαίτερα αποτελεσματική απάντηση στο πολύ δυνατό χαρτί που κρατάει ο Σι: εκείνο των σπάνιων γαιών της Κίνας. Όπως φάνηκε η εμπορική εκεχειρία ΗΠΑ-Κίνας παρατείνεται έως τις 10 Ιανουαρίου 2027. Στο πλαίσιο αυτό συνεχίζεται η αναστολή των πρόσθετων κινεζικών περιορισμών στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών.
Μιλώντας την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, η επικεφαλής αναλύτρια γεωοικονομικών στο Bloomberg Economics Τζένιφερ Γουέλτς είπε ότι «οι ΗΠΑ είναι δυσαρεστημένες με τη ροή των σπάνιων γαιών, αλλά ανησυχούν επίσης μήπως κάνουν κάτι που θα μπορούσε να τη διακόψει».
Ήδη πριν τη συνάντηση, όπως ανέφερε το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, οι προσδοκίες των αναλυτών για τα πιθανά αποτελέσματα είναι περιορισμένες, ενώ ειδικοί που επικαλείται το αμερικανικό περιοδικό δήλωσαν ότι και οι δύο πλευρές θεωρούν πως η παράταση της εκεχειρίας είναι προς το συμφέρον τους.
«Καμία από τις δύο πλευρές δεν θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα», δήλωσε ο Κόρι Κομπς, επικεφαλής έρευνας για τα κρίσιμα ορυκτά και τις εφοδιαστικές αλυσίδες στην Trivium China, εταιρεία στρατηγικών συμβουλών.
Κυρίαρχη η Κίνα μέχρι το 2030
Ωστόσο, ακόμη και με τη παράταση της συμφωνίας, ο μοχλός πίεσης που διαθέτει η Κίνα χάρη στις σπάνιες γαίες, αναφέρει το αμερικανικό περιοδικό αναμένεται να συνεχίσει να βαραίνει στις εμπορικές σχέσεις της με τις ΗΠΑ για πολλά ακόμη χρόνια.
Σύμφωνα με το Bloomberg Economics, η Κίνα θα συνεχίσει να κυριαρχεί στις αλυσίδες εφοδιασμού σπάνιων γαιών τουλάχιστον έως το 2030, από την εξόρυξη έως τα στάδια του διαχωρισμού και της παραγωγής μαγνητών.

Πηγή: Yale Chief Executive Leadership Institute Caucus, Άνοιξη 2025 (μέσω Foreign Policy)
«Παρά όλες τις επενδύσεις, όλες τις συμφωνίες που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση Τραμπ από τον περασμένο Απρίλιο, η εξάρτηση παραμένει», δήλωσε ο Κρις Κένεντι, πρώην διευθυντής διεθνών οικονομικών στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας επί των κυβερνήσεων Μπάιντεν και Τραμπ.
Ακόμη και αν όλα τα έργα που έχουν ανακοινωθεί υλοποιηθούν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η εξάρτηση της Ουάσιγκτον πιθανότατα θα παραμείνει μέχρι τις αρχές ή τα μέσα της δεκαετίας του 2030, πρόσθεσε.
Η εξάρτηση των ΗΠΑ από τις κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού σπάνιων γαιών είναι εκτεταμένη, καθώς κινεζικά προϊόντα και εισροές εμπλέκονται σε σημαντικό βαθμό σε κάθε στάδιο της παραγωγής, δήλωσε ο Κένεντι, ο οποίος είναι σήμερα επικεφαλής για θέματα οικονομικής διπλωματίας στο Bloomberg Economics. Για παράδειγμα, μεγάλο μέρος της παραγωγής μαγνητών εκτός Κίνας βρίσκεται στην Ιαπωνία, η οποία εξακολουθεί να βασίζεται σε κινεζικές εισροές και τεχνολογία, είπε.
«Θα πρέπει να υπάρξει απεμπλοκή από όλες αυτές τις εξαρτήσεις», δήλωσε ο Κένεντι, προσθέτοντας ότι αναμένει παράταση της εκεχειρίας. Ο Γκριρ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να υποστηρίξει παράταση της εκεχειρίας κατά τρεις έως έξι μήνες.
Συνέπειες στον αμυντικό τομέα
Πέρα από την οικονομία, τα κενά της Ουάσιγκτον στον τομέα των σπάνιων γαιών έχουν επίσης σημαντικές στρατιωτικές επιπτώσεις. Η συνάντηση Τραμπ και Σι πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στο Ιράν έχει οδηγήσει σε ταχεία κατανάλωση των αμερικανικών αποθεμάτων κρίσιμων πυρομαχικών, αναδεικνύοντας ακόμη περισσότερο την εξάρτηση του αμερικανικού αμυντικού τομέα από τις σπάνιες γαίες και άλλα κρίσιμα ορυκτά και μέταλλα.
Τον Ιούλιο του 2026, ο Τραμπ προέτρεψε τα στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας να επιταχύνουν την παραγωγή όπλων και να αυξήσουν την παραγωγική τους δυναμικότητα, λέγοντάς τους ότι «χρειαζόμαστε λίγη περισσότερη ταχύτητα».
Η Ουάσιγκτον έχει επίσης δώσει εντολή στους Αμερικανούς αμυντικούς εργολάβους να σταματήσουν να προμηθεύονται σπάνιες γαίες και ορισμένα άλλα ορυκτά από την Κίνα έως την 1η Ιανουαρίου, αν και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ορισμένες αμυντικές εταιρείες σπεύδουν να καταφέρουν να συμμορφωθούν εντός αυτής της προθεσμίας.
«Δεδομένου του πολέμου στο Ιράν, υπάρχει τώρα μεγαλύτερη ζήτηση από τον αμερικανικό αμυντικό τομέα για την αναπλήρωση των αποθεμάτων πυρομαχικών», δήλωσε ο Κένεντι. «Αυτές οι εξαρτήσεις αναμένεται να παραμείνουν».
