Ο άτοκος «κουμπαράς» της ΕΚΤ που απειλεί τα έσοδα των τραπεζών

Δυναμικά επανέρχεται το σενάριο αύξησης του ποσοστού των αποθεματικών που είναι υποχρεωμένες να τηρούν οι τράπεζες στο Ευρωσύστημα.

Σήμερα ανέρχεται σε 1% επί της αξίας συγκεκριμένων στοιχείων του παθητικού τους και δεν τους αποφέρει κανένα έσοδο.

Υπενθυμίζεται ότι μέχρι το Σεπτέμβριο του 2023, οι τράπεζες είχαν εισόδημα από τον εν λόγω αναγκαστικό κουμπαρά, καθώς τοκιζόταν με βάση συγκεκριμένους δείκτες της ΕΚΤ.

Η μεγάλη αύξησή τους ωστόσο, στο πλαίσιο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής μετά το καλοκαίρι του 2022, επιβάρυνε σε σημαντικό βαθμό τα έξοδα των κεντρικών τραπεζών.

Έτσι, ελήφθη η απόφαση, η οποία βρίσκεται σε ισχύ τα τρία τελευταία χρόνια, να μην αποδίδουν τόκους για το συγκεκριμένο κομμάτι ρευστότητας.

Κατά διαστήματα δε, διακινείται το σενάριο αύξησης του επίμαχου ποσοστού. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι τράπεζες θα παρκάρουν περισσότερα χρήματα στο Ευρωσύστημα χωρίς αμοιβή.

Δημοσιεύματα στο διεθνή τύπο έκαναν λόγο για αναπροσαρμογή του ακόμη και στο 10% από 1% σήμερα. Ωστόσο, η διαμόρφωσή του στο 2% παρουσιάζεται ως πιο πιθανή.

Οι δηλώσεις

Μέχρι στιγμής καμία απόφαση προς αυτήν την κατεύθυνση δεν έχει ληφθεί. Μετά τη νέα άνοδο των επιτοκίων ωστόσο στην Ευρωζώνη που ξεκίνησε τον περασμένο Ιούνιο, η κουβέντα επανήλθε με τον πλέον επίσημο τρόπο.

Τον Ιούλιο η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ επιβεβαίωσε ότι το θέμα θα εξεταστεί από το διοικητικό της συμβούλιο.

Ακολούθησε πριν λίγες ημέρες ο αντιπρόεδρός της Μπόρις Βούισιτς, ο οποίος αναφέρθηκε στο ζήτημα σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Reuters.

Συγκεκριμένα, τάχθηκε υπέρ της χρησιμοποίησης των υποχρεωτικών αποθεματικών ως εργαλείου για την αποστείρωση μέρους της πλεονάζουσας ρευστότητας με έναν απλό και χαμηλού κόστους τρόπο.

Μάλιστα ο ίδιος δήλωσε ότι προτιμά αυτή τη λύση από εναλλακτικές προτάσεις, όπως η επιβολή χρεώσεων στις καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ ή η επαναφορά ενός συστήματος πολλαπλών επιτοκίων, το οποίο χαρακτήρισε περίπλοκο.

Πόσο κοστίζει

Με βάση πρόσφατα στοιχεία, στο Ευρωσύστημα τοκίζεται τραπεζική ρευστότητα της τάξης των 2,14 τρισ. ευρώ, ενώ οι άτοκες ελάχιστες υποχρεωτικές καταθέσεις ανέρχονται σε 176 δισ. ευρώ περίπου.

Αυτό σημαίνει ότι με το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,50%, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες αποφεύγουν ετήσια δαπάνη 4,4 δισ. ευρώ, μην αποδίδοντας τόκους στις τράπεζες.

Μία λοιπόν αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών από το 1% στο 2%, θα μπορούσε να επιφέρει επιπλέον εξοικονόμηση 4,4 δισ. ευρώ.

Οι ελληνικοί όμιλοι

Αυτό το ποσό θα μειώσει τα έντοκα έσοδα των ευρωπαϊκών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών.

Στην εγχώρια αγορά οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι τηρούσαν στο τέλος του περασμένου Ιουνίου υποχρεωτικά αποθεματικά της τάξης των 2,2 δισ. ευρώ.

Αν αυτά τοκίζονταν όπως η υπόλοιπη ρευστότητα που είναι παρκαρισμένη στο Ευρωσύστημα, θα κέρδιζαν περί τα 55 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, δεδομένης της εφαρμοζόμενης αυτήν τη στιγμή νομισματικής πολιτικής.

Αν διπλασιαστεί το ποσοστό από το 1% στο 2%, θα απολέσουν επιπλέον 55 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η απόφαση

Ασφαλείς προβλέψεις για το πότε θα μπορούσε να ληφθεί μία τέτοια απόφαση δεν υπάρχουν.

Ωστόσο, εκτιμάται ότι το θέμα θα έχει κλείσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέχρι το τέλος του έτους.

Υπενθυμίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ συνεδριάζει ξανά στις 30 Σεπτεμβρίου για θέματα μη νομισματικής πολιτικής, ενώ ακολουθούν οι συνεδριάσεις νομισματικής πολιτικής στις 28 – 29 Οκτωβρίου και στις 16 – 17 Δεκεμβρίου.

Μεσολαβεί μία ακόμη μη νομισματική συνεδρίαση στις 25 Νοεμβρίου.

Σημειώνεται πως η ΕΚΤ έχει διευκρινίσει ότι οι αποφάσεις για το λειτουργικό της πλαίσιο είναι διακριτές από εκείνες που αφορούν το ύψος των βασικών επιτοκίων.

Πηγή: ot.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA