Την ίδια εβδομάδα που στην Ευρωβουλή ψηφίστηκε πρόταση για την προστασία των εργαζομένων από ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, δημοσιοποιήθηκε επικαιροποιημένη έρευνα του EU-OSHA, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία (ΥΑΕ). Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις στην ΕΕ σε βασικούς δείκτες, ενώ παράλληλα καταγράφεται σαφής επιδείνωση σε βάθος τετραετίας.
Ένα από τα βασικότερα ευρήματα είναι η κατακόρυφη μείωση των ελέγχων της Επιθεώρησης Εργασίας για θέματα ΥΑΕ, μεταξύ 2019-2024, επί κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ένα δεύτερο αρνητικό εύρημα είναι η έλλειψη εκπροσώπησης των εργαζομένων, με την Ελλάδα να έχει τη χειρότερη επίδοση ανάμεσα στις 30 χώρες που εξετάζει η έρευνα. Και τα δύο συνδέονται άμεσα με το ρεκόρ εργατικών ατυχημάτων και δυστυχημάτων.


Πίσω από τις δηλώσεις για «εκβιαζόμενους εργοδότες»
Το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, που ζητά από την Κομισιόν να λάβει δεσμευτικά μέτρα για την ψυχική και σωματική υγεία των εργαζομένων, έγινε γνωστό από την προκλητική τοποθέτηση της ευρωβουλεύτριας Ελεονώρας Μελέτη για τους «εκβιαζόμενους εργοδότες». Οι επιεικώς απαράδεκτες δηλώσεις της μετατόπισαν το βάρος του ενδιαφέροντος από την έκθεση καθαυτή στο κατά πόσο οι εργοδότες «είναι επίσης θύματα ψυχοκοινωνικών παραγόντων». Καταρχάς το πρώτο θύμα σε αυτή την περίπτωση είναι η ελληνική γλώσσα, που κακοποιείται με τέτοιου είδους αλαμπουρνέζικες δήθεν σοβαροφανείς διατυπώσεις.
Πολλοί σχολίασαν τι είπε η Μελέτη και καλά έκαναν. Έστω με χοντροκομμένο τρόπο εκφράζει τον πυρήνα του δεξιού νεοφιλελευθερισμού, που ακόμα και όταν ενδύεται φιλεργατικό – φιλολαϊκό μανδύα, στην πράξη είναι πάντα με την πλευρά των αφεντικών. Λίγοι όμως ασχολήθηκαν με το περιεχόμενο του ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου, που αντλεί στοιχεία από τις εκθέσεις του ΕU-OSHA και της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ-ILO).
Ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία
Σύμφωνα με το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, ως παράγοντες ψυχοκοινωνικών κινδύνων στην εργασία ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: ο υπερβολικός φόρτος εργασίας, ο παράλογος ρυθμός εργασίας και οι ανέφικτοι στόχοι, η έλλειψη εργατικού δυναμικού -συμπεριλαμβανομένων των μη ασφαλών επιπέδων στελέχωσης-, η εργασιακή ανασφάλεια, οι κακές πρακτικές διαχείρισης και συναδελφικών σχέσεων, τα δυσλειτουργικά συστήματα αξιολόγησης, η παρενόχληση στο χώρο εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της υποτίμησης της προσωπικής αξιοπρέπειας, της υπονόμευσης της επαγγελματικής ταυτότητας και του mobbing.
Στην παραπάνω λίστα δεν περιλαμβάνονται οι χαμηλοί μισθοί, που τελειώνουν στα μισά του μήνα, τα εξοντωτικά ωράρια, η απουσία συλλογικών διαπραγματεύσεων, η ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, η περιστολή του δικαιώματος στην απεργία, οι εργοδοτικοί εκβιασμοί. Πρόκειται άλλωστε για κείμενο συστάσεων προς την Κομισιόν, όχι για συνδικαλιστικό μανιφέστο. Τι άλλο είναι όμως η εργασιακή ανασφάλεια, αν όχι ο φόβος της απόλυσης και η αδυναμία να ζήσεις αξιοπρεπώς από μία δουλειά; Τι σημαίνει υπερβολικός φόρτος και παράλογοι ρυθμοί, αν όχι εντατικοποίηση, ξεχειλωμένα ωράρια, δουλειά μέχρι εξάντλησης, με 12ωρα, 13ωρα, εξαήμερα;
Αρνητικές συνέπειες
Ο EU-OSHA, όπως και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ-ILO), αναγνωρίζουν ότι η έκθεση σε ψυχοκοινωνικούς κινδύνους έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην ψυχική και σωματική υγεία των εργαζομένων όπως: εργασιακό στρες, σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout), αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, καρδιαγγειακές παθήσεις, διαταραχές στις διαπροσωπικές σχέσεις που επηρεάζουν το εργασιακό περιβάλλον, κατανάλωση αγχολυτικών ή αλκοόλ, κάπνισμα, μυοσκελετικά προβλήματα και μακροχρόνια ανικανότητα προς εργασία, που ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της εργασίας ή παραίτηση ή, σε ακραίες περιπτώσεις, σε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας· Επιπλέον, η έκθεση σε ψυχοκοινωνικούς κινδύνους μπορεί να επιδεινώσει αναπηρίες και χρόνιες παθήσεις (διαβήτης, επιληψία, αυτοάνοσα, ρευματικές – μυοσκελετικές παθήσης κλπ.
Όλα αυτά αποτιμώνται και σε οικονομικό κόστος, τουλάχιστον 100 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Γι’αυτό η έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου υιοθετεί τις προτάσεις του ΕU-OSHA για τη θέσπιση αποτελεσματικών μέτρων αξιολόγησης, πρόληψης και αντιμετώπισης των ψυχοκοινωνικών κινδύνων. Από τα βασικότερα μέτρα είναι η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και η ενεργός συμμετοχή των εργαζομένων, μέσα από συμβούλια και εκλεγμένους εκπροσώπους σε επιτροπές υγείας και ασφάλειας. Ό,τι ακριβώς λείπει περισσότερο στην Ελλάδα, όπου τα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα καταγράφουν ρεκόρ.

Η Ελλάδα σημειώνει τη μεγαλύτερη μείωση στους ελέγχους της Επιθεώρησης Εργασίας σε βάθος πενταετίας – πηγή: EU-OSHA.
Τι δείχνει η έρευνα του ΕU-OSHA
Τα ευρήματα της 4ης Ευρωπαϊκής Έρευνας Επιχειρήσεων για τους Νέους και Αναδυόμενους Κινδύνους (ESENER 2024) του EU-OSHA είναι πλέον διαθέσιμα σε διαδραστικούς πίνακες, με συγκρίσεις για το 2014, το 2019 και το 2024.
Το 2019, περισσότερες από τις μισές ελληνικές επιχειρήσεις (56%) δήλωναν ότι είχαν δεχθεί επίσκεψη από την Επιθεώρηση Εργασίας την προηγούμενη τριετία. Το 2024 το ποσοστό υποχώρησε στο 39%, που αποτελεί τη μεγαλύτερη μείωση σε όλη την Ευρώπη μαζί με εκείνη της Ιρλανδίας (από 50% σε 35%). Στο σύνολο της ΕΕ η πτώση ήταν οριακή, από 41% σε 40%, συνεχίζοντας ωστόσο μια πορεία που ξεκίνησε από το 49% του 2014. Αντίθετη πορεία κατέγραψαν η Πορτογαλία (από 33% σε 40%), η Γαλλία και το Λουξεμβούργο (από 25% σε 30%).
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν συνδυαστεί με όσα δηλώνουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις για τα κίνητρά τους. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τήρηση της νομικής υποχρέωσης είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ασχολούνται με την υγεία και την ασφάλεια (87%), ενώ η αποφυγή προστίμων από την Επιθεώρηση Εργασίας βρίσκεται στην τρίτη θέση. Όταν ο έλεγχος αραιώνει, αδυνατίζει ένας από τους βασικούς μοχλούς που κινητοποιούν τους εργοδότες.

Το 73% των ελληνικών επιχειρήσεων δεν έχει καμία μορφή εκπροσώπησης των εργαζομένων σε θέματα Υγείας και Ασφάλειας – πηγή: EU-OSHA
Mηδενική εκπροσώπηση εργαζομένων στο 73% των επιχειρήσεων
Το πιο ηχηρό εύρημα για την Ελλάδα αφορά την εκπροσώπηση των εργαζομένων σε θέματα Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία. Η έρευνα εξετάζει τέσσερις μορφές: το συμβούλιο εργαζομένων, τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση, τον εργασιακό εκπρόσωπο για θέματα Υγείας και Ασφάλειας και την επιτροπή Υγείας και Ασφάλειας. Στο 73% των ελληνικών επιχειρήσεων δεν υπάρχει καμία από τις παραπάνω μορφές εκπροσώπησης, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στην τελευταία θέση ανάμεσα στις 30 χώρες της έρευνας. Ακολουθούν η Πορτογαλία και η Λετονία με 65%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 31%. Στον αντίποδα βρίσκονται η Νορβηγία (7%), η Ρουμανία (8%) και η Ιταλία (12%).
Η υστέρηση της Ελλάδας εξηγείται εν μέρει από το εθνικό νομικό πλαίσιο. Στη χώρα μας Επιτροπή Υγείας και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΥΑΕ) προβλέπεται μόνο σε επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζομένους. Στις μικρότερες προβλέπεται εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για προαιρετικό δικαίωμα των εργαζομένων, χωρίς υποχρέωση του εργοδότη να το παρέχει. Σε μια οικονομία με κυριαρχία των μικρών επιχειρήσεων, το νομικό πλαίσιο αφήνει έτσι μεγάλο μέρος των εργαζομένων εκτός θεσμικών οργάνων.
Ακόμα και στις επιχειρήσεις που υπάρχει εκπρόσωπος για την υγεία και την ασφάλεια, η φωνή των εργαζομένων στην επιλογή του είναι περιορισμένη. Σύμφωνα με το σχετικό γράφημα της έρευνας, περίπου μία στις πέντε ελληνικές επιχειρήσεις με εκπρόσωπο ΥΑΕ αναφέρει ότι αυτός εκλέχθηκε από τους εργαζομένους, έναντι 38% στην ΕΕ, ενώ στις περισσότερες τον ορίζει ο εργοδότης.
