Ανησυχία προκαλεί στους επιστήμονες η αυξανόμενη εξάπλωση της σιγκέλλας (Shigella), ενός βακτηρίου που προκαλεί σοβαρές γαστρεντερικές λοιμώξεις και μπορεί να μεταδοθεί μέσω της σεξουαλικής επαφής. Το μικρόβιο, που ευθύνεται για σχεδόν 500.000 λοιμώξεις ετησίως στις ΗΠΑ, εμφανίζει ολοένα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά, με ειδικούς να προειδοποιούν ότι ορισμένα στελέχη του γίνονται εξαιρετικά δύσκολα στην αντιμετώπιση.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της New York Post, οι επιστήμονες προσπαθούν να κατανοήσουν γιατί η σιγκέλλα εξαπλώνεται με αυξανόμενη ταχύτητα μέσω της σεξουαλικής επαφής, αλλά και πώς αναπτύσσει ανθεκτικότητα στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της.
Η λοίμωξη, γνωστή ως σιγκέλλωση, μπορεί να προκαλέσει διάρροια με αίμα ή βλέννα, έντονους κοιλιακούς πόνους, κράμπες, πυρετό και εμετούς. Σε σοβαρές περιπτώσεις ενδέχεται να οδηγήσει σε επικίνδυνη αφυδάτωση, σηπτικό σοκ, νευρολογικές επιπλοκές και εσωτερική αιμορραγία.
Πώς μεταδίδεται μέσω της σεξουαλικής επαφής
Η σιγκέλλα μεταδίδεται κυρίως μέσω της κοπρανοστοματικής οδού, δηλαδή όταν μικροσκοπικές ποσότητες μολυσμένων κοπράνων καταλήγουν στο στόμα. Αυτό μπορεί να συμβεί λόγω ανεπαρκούς υγιεινής των χεριών, κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων ή νερού, αλλά και κατά τη διάρκεια σεξουαλικών δραστηριοτήτων.
Μάλιστα, πρόκειται για ιδιαίτερα μεταδοτικό βακτήριο, καθώς αρκούν μόλις δέκα μικροοργανισμοί για να προκληθεί λοίμωξη.
Παραδοσιακά, οι ομάδες υψηλότερου κινδύνου περιλαμβάνουν παιδιά κάτω των πέντε ετών, ιδιαίτερα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία, ταξιδιώτες σε περιοχές με ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής και ανθρώπους που βιώνουν την αστεγία.
Ωστόσο, οι επιστήμονες καταγράφουν πλέον σημαντική αύξηση των λοιμώξεων μεταξύ ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων ανδρών, καθώς και άλλων ανδρών που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο έδειξε ότι, την περίοδο 2015-2020, η εξάπλωση της σιγκέλλας μέσω της σεξουαλικής επαφής αυξανόταν κατά 15% ταχύτερα σε ετήσια βάση σε σύγκριση με τη μετάδοση που συνδεόταν με ταξίδια, μολυσμένα τρόφιμα ή επιδημίες σε παιδικούς σταθμούς.
Νεότερα επιστημονικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η σεξουαλική επαφή ενδέχεται πλέον να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οδούς μετάδοσης. Ωστόσο, η ακριβής έκταση του φαινομένου είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς οι γιατροί δεν διερευνούν πάντοτε τη σεξουαλική δραστηριότητα των ασθενών κατά τη διάγνωση.
«Πολλοί άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες δεν γνωρίζουν τον σοβαρό και αυξανόμενο κίνδυνο που ενέχει η σεξουαλικά μεταδιδόμενη σιγκέλλα», δήλωσε η γενετίστρια του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, Κέιτ Μπέικερ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
Από θεραπεύσιμο βακτήριο σε «υπερμικρόβιο»
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η αυξανόμενη ανθεκτικότητα της σιγκέλλας στα αντιβιοτικά.
Σύμφωνα με στοιχεία των αμερικανικών Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), το ποσοστό των στελεχών με εκτεταμένη ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά αυξήθηκε από 0% το 2011 σε 8,5% το 2023.
«Αυτή η ασθένεια πέρασε από το να είναι σχετικά εύκολα θεραπεύσιμη με συνηθισμένα φάρμακα στο να είναι σχεδόν μη θεραπεύσιμη, μέσα στην τελευταία δεκαετία περίπου», προειδοποίησε η Μπέικερ, αναφερόμενη στα ανθεκτικά στελέχη.
Μία από τις πιθανές εξηγήσεις είναι το φαινόμενο της λεγόμενης «παράπλευρης ανθεκτικότητας», κατά το οποίο η έκθεση ενός βακτηρίου σε αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για άλλες λοιμώξεις μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη ανθεκτικότητας.
Σύμφωνα με το CDC, τα περισσότερα περιστατικά λοιμώξεων από ανθεκτικά στελέχη σιγκέλλας καταγράφονται σε ενήλικους άνδρες.
Παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που μολύνθηκαν μέσω σεξουαλικής επαφής χρειάστηκε να νοσηλευτούν κατά μέσο όρο για τέσσερις έως πέντε ημέρες.
«Δεν πρόκειται απλώς για μία μορφή διάρροιας που μεταδίδεται σεξουαλικά», εξήγησε η Μπέικερ στο ScienceAlert.
«Πρόκειται για πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες παραλλαγές που εμφανίζονται και αποκτούν γρήγορα ανθεκτικότητα στα φάρμακα που χρησιμοποιούμε για την αντιμετώπισή τους».
Η επιστήμονας εκτιμά επίσης ότι οι ασθενείς που έχουν μολυνθεί μέσω της σεξουαλικής επαφής ενδέχεται να χρειάζονται διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση από εκείνους που μολύνθηκαν κατά τη διάρκεια ταξιδιού.
Ποια είναι τα συμπτώματα και πώς αντιμετωπίζεται
Οι περισσότερες λοιμώξεις από σιγκέλλα υποχωρούν μέσα σε περίπου μία εβδομάδα, με ξεκούραση και επαρκή πρόσληψη υγρών.
Ωστόσο, στις σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί χορήγηση αντιβιοτικών, τόσο για να περιοριστεί η διάρκεια της νόσου όσο και για να μειωθεί η πιθανότητα περαιτέρω μετάδοσής της.
Η αυξανόμενη ανθεκτικότητα στα φάρμακα καθιστά πλέον δυσκολότερη την επιλογή αποτελεσματικής θεραπείας, ιδιαίτερα για τα στελέχη που δεν ανταποκρίνονται στα συνήθη αντιβιοτικά.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν την ανάγκη μεγαλύτερης ενημέρωσης για τους τρόπους μετάδοσης, έγκαιρης αναγνώρισης των συμπτωμάτων και ανάπτυξης αποτελεσματικότερων στρατηγικών πρόληψης.
Το CDC ζητά αυξημένη προσοχή στο πρόβλημα, καθώς η εξάπλωση ανθεκτικών στελεχών της σιγκέλλας δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία.
