Τι σημαίνει για τους καταναλωτές η εκτόξευση στις τιμές εισαγωγών της βιομηχανίας

Νέες ανατιμήσεις που θα μετακυληθούν σταδιακά στους καταναλωτές τους επόμενους μήνες, ενώ θα γίνουν πιο έντονα αισθητές εντός του  2027 προμηνύει η εκτόξευση στις τιμές εισαγωγών της βιομηχανίας κατά 13,8% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο.

Ήδη μέρος των αυξήσεων στις τιμές χονδρικής της ενέργειας –που βασίζεται κατά κύριο λόγο στις εισαγωγές- έχει περάσει στη λιανική, επιβεβαιώνοντας το φαινόμενο «πύραυλος και φτερό» (rockets and feathers effect). Είναι ο άγραφος κανόνας της αγοράς που λέει πώς όταν ανεβαίνουν τα οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και άλλων ενεργειακών αγαθών ή τα κόστη πρώτων υλών, οι αυξήσεις μεταφέρονται με ταχύτητα ρουκέτας στις τιμές καταναλωτή. Το βλέπουμε στις αντλίες του βενζινάδικου, στα τιμολόγια ρεύματος, στην παροχή φυσικού αερίου, στο πετρέλαιο θέρμανσης. Όταν όμως μειώνονται οι διεθνείς τιμές, η υποχώρηση στη λιανική γίνεται αργά, βασανιστικά και με ξεθυμασμένη ένταση όπως η πτώση ενός φτερού. Με το φαινόμενο «πύραυλος και φτερό» έχει ασχοληθεί κλαδική έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού στην αγορά των πετρελαιοειδών. Είναι πιο έντονο σε αγορές με ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά, όπως η ελληνική αγορά των διυλιστηρίων. Η ασυμμετρία στη μετακύλιση των τιμών από τη βιομηχανία στον καταναλωτή ισχύει σε γενικές γραμμές και σε άλλους κλάδους πέραν της ενέργειας, όμως οι χρόνοι διαφέρουν.

Ενώ οι ενεργειακές ανατιμήσεις μετακυλίονται στον καταναλωτή εντός εβδομάδων ή λίγων μηνών, οι αυξήσεις του κόστους εισροών στις βιομηχανίες τροφίμων και καταναλωτικών προϊόντων, περνάνε στα ράφια  με καθυστέρηση έξι μηνών και συνεχίζονται ακόμα και σε βάθος ενάμιση χρόνου.

Οι ενεργειακές ανατιμήσεις έχουν έντονη και μακροχρόνια επίδραση και στον δομικό πληθωρισμό (πλην ενέργειας και τροφίμων). Σύμφωνα με μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας της Ισπανίας (Banco de España), μια απότομη αύξηση στις τιμές ενέργειας αυξάνει σε ορίζοντα ενός έτους τον πληθωρισμό με διπλάσια ταχύτητα από όσο τον μειώνει μια αντίστοιχη πτώση.

Οι τιμές εισαγωγών στην Ενέργεια αυξήθηκαν κατά 45,8% σε ετήσια βάση πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία παρουσίασε αύξηση 13,8% τον Αύγουστο του 2026, σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2025. Μεταξύ 2025 και 2024 είχε προηγηθεί μείωση κατά 2,4%

Η αύξηση σε μηνιαία βάση, μεταξύ Ιουλίου-Αυγούστου 2026 ήταν πιο συγκρατημένη, στο 1,7%, έναντι ισόποσης μείωσης (-1,7%) που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών του 2025.

Οι πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν την ισχυρή επίδραση της ενέργειας στον Γενικό Δείκτη Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία.  Σε ετήσια βάση, τα εισαγόμενα ενεργειακά αγαθά ακρίβυναν κατά 45,8%, έναντι μείωσης 9,1% μεταξύ Αυγούστου 2025 και 2024.

Ακολουθούν τα ενδιάμεσα εισαγόμενα αγαθά, δηλαδή οι  πρώτες ύλες της βιομηχανίας με ετήσια αύξηση 6,3%, έναντι μείωσης 1% το αντίστοιχο διάστημα του 2024-2025.

Τα κεφαλαιουχικά αγαθά, δηλαδή οι εισαγωγές μηχανημάτων, εξοπλισμού και άλλων απαραίτητων εργαλείων παραγωγής, έμειναν σχεδόν αμετάβλητα (0,6%), ενώ στα καταναλωτικά αγαθά, διαρκή και αναλώσιμα, υπήρξε μικρή ετήσια πτώση (-0,5% και -1%).

Καύσιμα, αργό πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύμα δημιορυγούν εκρητικό κοκτέιλ ακρίβειας, με ετήσιες αυξήσεις ως και πάνω από 60%  – πηγή ΕΛΣΤ

Φωτιά στην ενέργεια

Σε μηνιαία βάση η εισαγόμενη ενέργεια ακρίβυνε κατά 5%, με υψηλότερες αυξήσεις στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (6,5%). Στην αγορά των πετρελαιοειδών και στην άντληση αργού πετρελαίου – φυσικού αερίου οι μηνιαίες ανατιμήσεις ανήλθαν σε 5,9% και 4,5% αντίστοιχα.

Η κατηγορία της παραγωγής οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου έχει τα πρωτεία στις ετήσιες ανατιμήσεις, με αύξηση του Δείκτη Τιμών Εισαγωγών κατά 63,1%

Ακολουθεί η άντληση πετρελαίου και φυσικού αερίου με 41,3% και η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος – φυσικού αερίου – κλιματισμού και ατμού με 26,5%.

Τα βασικά μέταλλα και τα χημικά, από τις πλέον σημαντικές πρώτες ύλες για τη βιομηχανία, ανατιμήθηκαν κατά 17,4% και 5% αντίστοιχα. Στις υπόλοιπες κατηγορίες εισαγόμενων αγαθών είχαμε ετήσιες αυξήσεις από 1% ως 2,6%. Η μόνη αρνητική μεταβολή σημειώθηκε στις εισαγωγές της βιομηχανίας τροφίμων, κατά -2,8%.

Οι τιμές εισαγωγών από χώρες εκτός ευρωζώνης αυξήθηκαν κατά 23,3% και συνεισφέρουν στον ετήσιο πληθωρισμό εισαγωγών της βιομηχανίας κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες. Οι τιμές εισαγωγών από την ευρωζώνη αυξήθηκαν μόνο 1,8% και συνεισφέρουν περίπου 0,8 μονάδες. Η ενέργεια προέρχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από χώρες εκτός ευρωζώνης: έχει στάθμιση 27% στον δείκτη εκτός ευρωζώνης, έναντι 1,8% στον δείκτη ευρωζώνης.

Τι να περιμένουμε τους επόμενους μήνες

Το επιχείρημα του «εισαγόμενου πληθωρισμού» δεν στέκει, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά καταναλωτικά αγαθά. Αντιθέτως οι τιμές τους έχουν υποχωρήσει σε ετήσια βάση, ενώ ειδικά στα εισαγόμενα τρόφιμα έχουμε τη μεγαλύτερη μείωση.

Άρα αν δούμε τους επόμενους μήνες ανατιμήσεις στα ράφια πρέπει να είμαστε πονηρεμένοι, αφού δεν δικαιολογούνται από αυξήσεις στις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Οι ενδεχόμενες αυξήσεις του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στα τρόφιμα πιθανότατα θα προέλθουν από το εγχώριο κόστος: ενέργεια, μεταφορές ή αυξήσεις στα περιθώρια κέρδους. Δεν πρέπει να αποκλείσουμε και την πιθανότητα πληθωρισμού της απληστίας, αφού έχει αποδειχθεί – και σε εκθέσεις της ΤτΕ – ότι σε περιόδους υψηλών πληθωριστικών πιέσεων οι βιομηχανίες βρίσκουν ευκαιρία να αυξήσουν σημαντικά τα κέρδη τους.

Η αύξηση του Δείκτη Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία κατά 13,8% είναι πρόδρομος δείκτης αυξήσεων στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, αλλά η σχέση μεταξύ τους δεν είναι γραμμική. Οι επιπτώσεις θα γίνονται σταδιακά ορατές και αναμένεται να επηράσουν όλο το 2027.

Εισάγουμε το 77% της ενέργειας

Η εκτόξευση στις τιμές ενέργειας «πονάει» περισσότερο στην Ελλάδα λόγω της εξαιρετικά υψηλής εξάρτησης από τις εισαγωγές.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, η πληθωριστική πίεση στον τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες είναι σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, λόγω της «ιστορικά ισχυρότερης προσαρμογής» του πληθωρισμού στις διακυμάνσεις της ενέργειας.

Σύμφωνα με την φετινή έκθεση της Εurostat για το ενεργειακό ισοζύγιο της Ευρώπης («Energy in Europe 2026»), οι καθαρές εισαγωγές αντιστοιχούν στο 77% της ακαθάριστης διαθέσιμης ενέργειας στην Ελλάδα.  Ο αντίστοιχος δείκτης για την ΕΕ είναι 57,2%. Η Ελλάδα δηλαδή εξαρτάται από τις εισαγωγές ενέργειας περίπου 20 ποσοσταίες μονάδες περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά την άνοδο των ΑΠΕ στον ηλεκτρισμό, η συνολική εξάρτηση δεν έχει μειωθεί ουσιαστικά, γιατί το πετρέλαιο στις μεταφορές και το φυσικό αέριο παραμένουν εισαγόμενα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA