Ανατροπή στον χάρτη χρέους της ΕΕ: το Βέλγιο δανείζεται όπως η Ελλάδα, αλλά με ποιο κόστος για τους Έλληνες;

Τα υπουργεία Οικονομικών της ευρωζώνης προετοιμάζουν πωλήσεις ομολόγων ρεκόρ για το 2027, την ίδια στιγμή που το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι το κόστος δανεισμού στην ΕΕ έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Φανταστείτε έναν επενδυτή που αποκοιμήθηκε το καλοκαίρι του 2012, στο αποκορύφωμα της κρίσης του ευρώ, και ξύπνησε σήμερα το πρωί. Θα θυμόταν έναν απλό χάρτη: στο βορρά, έναν πυρήνα χωρών που δανείζονταν φθηνά, με τη Γερμανία στο κέντρο. Στο νότο, μια περιφέρεια οφειλετών – Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ιρλανδία – που πλήρωσαν ακριβά το προνόμιο της παραμονής στο ενιαίο νόμισμα. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, αυτός ο χάρτης δεν περιγράφει πλέον την ευρωζώνη.

Το Βέλγιο, έδρα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δανείζεται πλέον με δεκαετή διάρκεια στο 4,29%. Η Ελλάδα, η οποία έχει λάβει τρεις φορές πακέτο διάσωσης, πληρώνει 4,35%, σχεδόν το ίδιο επιτόκιο. Η Πορτογαλία, η οποία διασώθηκε το 2011, πληρώνει λιγότερο από την Ισπανία. Η Ιρλανδία, η οποία διασώθηκε το 2010, πληρώνει σχεδόν το ίδιο με την Ολλανδία. Και η Γαλλία πληρώνει περισσότερο από την Ιταλία.

Τι προκάλεσε τη μεταβολή στην ΕΕ;

Οι αποδόσεις των ομολόγων είναι τα επιτόκια που καταβάλλει μια κυβέρνηση για να δανειστεί. Αυξάνονται όταν οι επενδυτές πιστεύουν ότι μια χώρα θα χρειαστεί περισσότερα χρήματα από όσα μπορεί να αποπληρώσει άνετα, και μειώνονται όταν αποδεικνύεται το αντίθετο. Η Ελλάδα έχει περάσει μια δεκαετία αποδεικνύοντας το αντίθετο, σημειώνουν διεθνείς αναλυτές.

Το 2025, η Αθήνα κατέγραψε πλεόνασμα προϋπολογισμού ύψους 1,7% του ΑΕΠ, ενώ το χρέος της, αν και εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην ΕΕ, μειώθηκε κατά περισσότερες από εννέα ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε ένα μόνο έτος.

«Για χρόνια, όταν οι αγορές αναφέρονταν στον κρατικό κίνδυνο στην Ευρώπη, η προσοχή εστιάζονταν συνήθως στην περιφέρεια», δήλωσε στο Euronews ο Ken Egan, επικεφαλής του τμήματος ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων στον οίκο αξιολόγησης KBRA.

Κατά την τελευταία δεκαετία, πρόσθεσε, «οι χώρες αυτές ακολούθησαν πιο συνετή δημοσιονομική πολιτική, βελτίωσαν τα πρωτογενή ισοζύγιά τους, παρέτειναν τις προθεσμίες αποπληρωμής του χρέους, βελτίωσαν την είσπραξη των φόρων μέσω της ψηφιοποίησης και ανασυγκρότησαν τις τράπεζές τους. Αυτό συνέβαλε στην εξομάλυνση των κινδύνων αναχρηματοδότησης και έθεσε το χρέος σε μια πολύ πιο σταθερή τροχιά σε σύγκριση με ό,τι πριν από 10 ή 15 χρόνια».

Τι κοστίζει στους Έλληνες η «συνετή» δημοσιονομική πολιτική;

Το ελληνικό «success story», ωστόσο, για το οποίο διαρκώς επαίρεται η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν επιτεύχθηκε επειδή το κράτος εισέπραξε φόρους από τους έχοντες, όσο επειδή «γονάτισε» την κοινωνική πλειοψηφία με τον συνδυασμό χαμηλών μισθών, έμμεσης φορολογίας και… «εισαγόμενων» κρίσεων, για την αντιμετώπιση των οποίων αρκείται στη διανομή «pass», «καλαθιών» και επιδομάτων.

Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι περικοπές σε κρίσιμους τομείς, όπως η Υγεία, η Παιδεία και η κοινωνική πρόνοια, εντείνοντας τις ανισότητες και βυθίζοντας τους πολίτες στην ανέχεια.

Η στεγαστική κρίση, η οποία πράγματι αποτελεί πλέον ευρωπαϊκή υπόθεση, δεν αντιμετωπίζεται, όπως και η ακρίβεια στα τρόφιμα και τα είδη καθημερινής ανάγκης, αλλά και στην ενέργεια, επειδή ο πρωθυπουργός της χώρας περιμένει και ζητά την άδεια των Βρυξελλών για να επιδείξει «ευελιξία» και να δώσει κάτι περισσότερο από ένα επίδομα, το οποίο, ούτως ή άλλως, «καταπίνουν» οι τιμές που είναι στο «κόκκινο».

Η απάντηση για το κοινωνικό αδιέξοδο μπορεί να δοθεί, όμως, και με αριθμούς, τους οποίους προτιμά: 420,9 δισ. ευρώ ιδιωτικό χρέος, δηλαδή περίπου 169% του ΑΕΠ. Μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες, προστέθηκαν άλλα 22,1 δισ. ευρώ.

Από τα 420,9 δισ. ευρώ, τα 238,6 δισ. βρίσκονται σε καθεστώς ληξιπρόθεσμης οφειλής. Από τα ληξιπρόθεσμα, περίπου 166,3 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές προς Εφορία και ΕΦΚΑ: 114,5 δισ. προς την Εφορία και 51,8 δισ. προς τον ΕΦΚΑ.

Εν ολίγοις, το ελληνικό κράτος έχει πλεόνασμα, αλλά η κοινωνία βαθύτατο έλλειμμα.

Ένας στους 13 στην Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρή ανεπάρκεια τροφής

Για του λόγου το αληθές, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 καταγράφουν αύξηση της ανεπάρκειας τροφής στην Ελλάδα, με το 7,5% του πληθυσμού να δηλώνει ότι αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή δυσκολία στην εξασφάλιση επαρκούς τροφής, έναντι 7% το 2024.

Να σημειωθεί, μάλιστα, πως ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του δήλωσε πως, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, αναγκάστηκε να παραλείψει ένα γεύμα, έφαγε λιγότερο από όσο θεωρούσε ότι είχε ανάγκη, έμεινε χωρίς τροφή, πεινούσε αλλά δεν έφαγε, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή, λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.

Επιπλέον, ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του δήλωσε πως, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη, το 1,7% του ελληνικού πληθυσμού αντιμετώπισε σοβαρή ανεπάρκεια τροφής (βάσει της παγκόσμιας τυπικής κλίμακας ανεπάρκειας τροφής – FIES), ποσοστό που αποτελεί την υψηλότερη επίδοση από το 2019.

Παράλληλα, σχεδόν τα μισά νοικοκυριά στη χώρα μας δεν χρησιμοποιούν κεντρική θέρμανση, λόγω ακρίβειας και αδυναμία πληρωμής των λογαριασμών.

Όσο για την κυβέρνηση, επιμένει να «πετάει το μπαλάκι» στην ΕΕ, την ώρα που σύσσωμη η αντιπολίτευση καταθέτει προτάσεις, αλλά και σχέδια νόμου και τροπολογίες που περιλαμβάνουν μέτρα για την ανακούφιση των πολιτών, εξηγώντας στο Μαξίμου πως υπάρχουν πράγματα που μπορεί να κάνει χωρίς να χρειάζεται η άδεια των Βρυξελλών. Η πολιτική βούληση είναι το ζητούμενο…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA