Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η πολιτική πόλωση της εποχής μας έχει περιορίσει (και συγχέει) την επίδραση των οικονομικών συνθηκών στις εκλογές των ΗΠΑ. Καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, προμηνύοντας μια δεινή ήττα για τους Ρεπουμπλικανούς, ο Ντόναλντ Τραμπ και οι ακόλουθοί του ελπίζουν ότι αυτό το ιδεολογικό πρίσμα – το οποίο διαμορφώνει την οικονομική πραγματικότητα, ώστε να ταιριάζει στις πολιτικές τους προτιμήσεις – θα μπορέσει να αποτρέψει μια εκλογική πανωλεθρία τον Νοέμβριο.
Ίσως ο Τραμπ καταφέρει, με κάποιον τρόπο, να παραπλανήσει τη βάση των υποστηρικτών του («MAGA»), πείθοντάς τους ότι «αναπτυσσόμαστε με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ άλλοτε».
Τρεις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, όμως, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτό το τέχνασμα δεν πρόκειται να αποδώσει. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Harris για λογαριασμό της εφημερίδας Guardian, η κατάσταση της οικονομίας στις ΗΠΑ κρίνεται εξαιρετικά αρνητική, ακόμη και από τους πιο πιστούς οπαδούς του Τραμπ. Είναι τόσο κακή, που δεν μπορούν να πειστούν για το αντίθετο.
Η μέτρηση του δείκτη τιμών καταναλωτή για τον Σεπτέμβριο, η οποία κατέδειξε εκτίναξη του ετήσιου πληθωρισμού στο 3,7%, δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί όταν η εταιρεία δημοσκοπήσεων Harris διεξήγαγε τον πιο πρόσφατο γύρο ερευνών της, νωρίτερα αυτό τον μήνα. Παρόλα αυτά, η εταιρεία ανέφερε ότι το 38% των Ρεπουμπλικανών πιστεύει πως η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται – ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 29% που καταγραφόταν πριν από έναν χρόνο.
Η τάση αυτή είναι εμφανής σε κοινωνικές ομάδες που ιστορικά αποτελούσαν προπύργια των Ρεπουμπλικανών. Οι κάτοικοι της αμερικανικής υπαίθρου – πιστοί σύμμαχοι των Ρεπουμπλικανών εδώ και δεκαετίες – πλήττονται σφόδρα από τις πολιτικές του Τραμπ. Δεν επλήγησαν μόνο από τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξε εκείνος, ο οποίος τους απέκλεισε σε μεγάλο βαθμό από τις κινεζικές αγορές. Έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα και από την άνοδο των τιμών στο πετρέλαιο ντίζελ και στα λιπάσματα – εξέλιξη για την οποία μπορούν να «ευχαριστήσουν» τον πόλεμο του Τραμπ κατά του Ιράν.
Παράλληλα, έχουν υποστεί σοβαρό πλήγμα από τις επιχειρήσεις του Τραμπ εναντίον των πολυάριθμων μεταναστών που απασχολούνται στο εργατικό δυναμικό τους. Επιπλέον, αισθάνονται ότι δέχονται άμεση επίθεση από την προσπάθεια του Τραμπ να συγκρατήσει τις αυξανόμενες τιμές του βοδινού κρέατος, μειώνοντας τους δασμούς στις εισαγωγές κρέατος.
Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις. Το 64% των Αμερικανών που ζουν σε αγροτικές περιοχές και συμμετείχαν σε έρευνα αυτό τον μήνα δήλωσε ότι η οικονομία επιδεινώνεται, σε σύγκριση με μόλις το 52% των κατοίκων των πόλεων. Το ποσοστό των κατοίκων αγροτικών περιοχών που θεωρούν ότι η οικονομία χειροτερεύει είναι κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2024 — κατά την τελευταία δημοσκόπηση της περιόδου της διακυβέρνησης Μπάιντεν.
Οι λευκοί Αμερικανοί, ένας ακόμη πυλώνας της υποστήριξης προς τους Ρεπουμπλικανούς, εμφανίζονται επίσης δυσαρεστημένοι: το 61% πιστεύει ότι η οικονομία επιδεινώνεται, ποσοστό αυξημένο από το 48% που καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2024. Το ποσοστό των ανδρών που πιστεύουν ότι η οικονομία χειροτερεύει αυξήθηκε από το 46% στο 52% κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ετών.
«Είναι και πάλι η οικονομία, ανόητε»
Είναι γνωστό ότι ο Μπιλ Κλίντον κέρδισε την προεδρία το 1992 με κεντρικό σύνθημα: «Είναι η οικονομία, ανόητε». Για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, η κατάσταση της οικονομίας αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση των προεδρικών εκλογών και των εκλογών για το Κογκρέσο. Οι ψηφοφόροι απέδιδαν ευθύνες ή επιβράβευαν τους κατέχοντες την εξουσία ανάλογα με την κατάσταση της οικονομίας.
Ωστόσο, η σχέση αυτή επηρεαζόταν πάντα από τις κομματικές προτιμήσεις. Επιπλέον, η σχέση αυτή έχει εξασθενήσει δραματικά, καθώς το εκλογικό σώμα έχει ακολουθήσει αποκλίνουσες ιδεολογικές πορείες, καταλήγοντας να χωριστεί σε αντίπαλα στρατόπεδα με διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις για την πραγματικότητα.
«Οι οικονομικές αντιλήψεις των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών έχουν πολωθεί σε σχέση με εκείνες των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, και αυτή η πόλωση δεν είναι ασύμμετρη ως προς το μέγεθός της», υποστηρίζει πρόσφατη μελέτη πολιτικών επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ και το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το χάσμα μεταξύ των κομματικών πλευρών όσον αφορά στις οικονομικές αντιλήψεις διευρύνθηκε από περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες στις αρχές της διακυβέρνησης του Τζορτζ Μπους του νεότερου, σε 73 ποσοστιαίες μονάδες κατά τη διάρκεια της (πρώτης) διακυβέρνησης Τραμπ.
Η κομματική προσήλωση δεν επηρεάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται την οικονομία. Όπως επισημαίνουν πολιτικοί επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Bucknell και το Πανεπιστήμιο Texas A&M, η πόλωση μειώνει το κίνητρο των υπευθύνων χάραξης πολιτικής να διαμορφώνουν μέτρα που αποσκοπούν στην ευρεία οικονομική ευημερία.
Δεν πιάνει τόπο η «τρομοκρατία» Τραμπ
«Εάν οι ψηφοφόροι είναι σε μεγάλο βαθμό απρόθυμοι να υπερβούν τα κομματικά όρια – είτε για να επιβραβεύσουν τις καλές οικονομικές επιδόσεις είτε για να τιμωρήσουν την οικονομική παρακμή – τότε οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι μπορούν να εφαρμόζουν πολιτικές που κατανέμουν τα οικονομικά οφέλη σε περιορισμένες ομάδες, χωρίς αυτό να επηρεάζει τις πιθανότητες επανεκλογής τους», εξηγούν οι ερευνητές, σημειώνοντας πως «αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η πολιτική στοχεύει στην παροχή προνομίων σε ομοϊδεάτες του ίδιου κόμματος, σε δωρητές, ή ακόμα και στον ίδιο τον αξιωματούχο που κατέχει το αξίωμα».
Αυτό εξηγεί απόλυτα τις τακτικές του Τραμπ. Όχι μόνο έχει επιλέξει να τρομοκρατεί τους ψηφοφόρους με ζητήματα «πολιτισμικού πολέμου» – χαρακτηρίζοντας, μεταξύ άλλων, τους Δημοκρατικούς ως απολογητές τού Λένιν και ισχυριζόμενος ότι επιδιώκουν να αλλάξουν το φύλο μικρών παιδιών – αλλά φαίνεται επίσης να πιστεύει ότι μπορεί να επηρεάσει το εκλογικό σώμα στρεφόμενος εχθρικά κατά ομάδων που η βάση των υποστηρικτών του («MAGA») απεχθάνεται, όπως οι μετανάστες και οι «μη δικαιούχοι» φτωχοί. Ίσως έτσι οι ψηφοφόροι δώσουν λιγότερη σημασία στο κόστος ζωής και στις πρακτικές ιδιοτελούς πλουτισμού της οικογένειας Τραμπ.
Ωστόσο, φαίνεται πως είναι πλέον πολύ αργά. Η αντίθεση των ψηφοφόρων απέναντι στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ διαχειρίζεται την οικονομία είναι πλέον βαθιά ριζωμένη, έχοντας διαμορφωθεί σταδιακά – από την επιβολή δασμών την «ημέρα της απελευθέρωσης» έως αμέτρητες άλλες καταστροφικές αποφάσεις τους τελευταίους 21 μήνες.
Δεν έχει χάσει μόνο τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο, αφού το 58% θεωρεί ότι η οικονομία χειροτερεύει, ποσοστό αυξημένο κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες σε σχέση με τη δημοσκόπηση που είχε διεξαχθεί κατά την περίοδο Μπάιντεν, αλλά επιπλέον οι προσπάθειές του να αποσπάσει την προσοχή της βάσης του είναι απίθανο να πείσουν τους υποστηρικτές του ότι, στην πραγματικότητα, δεν βιώνουν και οι ίδιοι μια άθλια κατάσταση.
