Η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δώσει λύση στο γρίφο της ακριβείας, αναζωπυρώνει στις χώρες τη συζήτηση για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης. Η μείωση των έμμεσων φόρων αποκτά νέους υποστηρικτές απέναντι στην πολιτική των επιδομάτων, καθώς η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να περάσουν στις τελικές τιμές και να περιορίσουν τη διάδοση των ανατιμήσεων.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε θεσμούς και ερευνητές αφορά την αποτελεσματικότητα της στήριξης όσο και το κόστος της. Η ΕΚΤ και ο ΟΟΣΑ δίνουν προτεραιότητα σε προσωρινές, στοχευμένες παρεμβάσεις, προειδοποιώντας ότι η γενικευμένη συγκράτηση τιμών μπορεί να δεσμεύσει πόρους για μεγάλο διάστημα. Μελέτες από το ΔΝΤ, την Τράπεζα της Ισπανίας και του γερμανικού CESifo καταγράφουν, από την άλλη, μετρήσιμα οφέλη από παρεμβάσεις που μειώνουν απευθείας τον λογαριασμό του καταναλωτή.
Η ακριβότερη εισαγόμενη ενέργεια επιβαρύνει την οικονομία και η κρατική παρέμβαση ανακατανέμει αυτό το βάρος. Το κρίσιμο πολιτικό στοιχείο είναι πόση προστασία εξασφαλίζεται για τα χαμηλότερα εισοδήματα και πόσοι πόροι κατευθύνονται σε νοικοκυριά που έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να αντέξουν τις αυξήσεις.
Το επιχείρημα υπέρ της μείωσης
Στην Ισπανία, η μείωση ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα τον Ιανουάριο του 2023 έδωσε τη δυνατότητα να ελεγχθεί στην πράξη ένα από τα συχνότερα επιχειρήματα εναντίον του μέτρου, ότι η ελάφρυνση θα απορροφηθεί από τις επιχειρήσεις και θα χαθεί πριν φτάσει στο ράφι.
Οι ερευνητές της Τράπεζας της Ισπανίας παρακολούθησαν καθημερινές τιμές περίπου 10.000 προϊόντων, συγκρίνοντας όσα καλύφθηκαν από τη φορολογική μείωση με προϊόντα που έμειναν εκτός. Η μετακύλιση ήταν σχεδόν πλήρης στο σούπερ μάρκετ που εξετάστηκε, αν και η ταχύτητά της διέφερε ανά κατηγορία. Το εύρημα περιορίζεται στις ηλεκτρονικές τιμές μίας αλυσίδας, προσφέρει όμως συγκεκριμένη απόδειξη ότι η μείωση του φόρου μπορεί να γίνει μείωση της τιμής.
Ανάλογο αποτέλεσμα καταγράφει εργασία της σειράς CESifo για τη γερμανική μείωση φόρου καυσίμων το καλοκαίρι του 2022. Η ελάφρυνση πέρασε πλήρως στους καταναλωτές για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου, με την αποτελεσματικότητά της να εξασθενεί στο diesel τον Αύγουστο. Οι δύο περιπτώσεις δυσκολεύουν την κατηγορηματική απόρριψη των φορολογικών μειώσεων, χωρίς βέβαια να εγγυώνται αντίστοιχη συμπεριφορά σε κάθε αγορά.
Η επίδραση μπορεί να ξεπερνά την άμεση έκπτωση στην τελική τιμή. Μελέτη του ΔΝΤ το 2023 εκτιμά ότι τα δημοσιονομικά μέτρα έναντι του ενεργειακού σοκ περιόρισαν τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κατά 1–2 ποσοστιαίες μονάδες το 2022. Σημαντικό μέρος της μείωσης αποδίδεται στη συγκράτηση της μεταφοράς του ενεργειακού κόστους στον υποκείμενο πληθωρισμό, ενώ η ενίσχυση της ζήτησης είχε περιορισμένη πληθωριστική επίδραση.
Η ένσταση για τον λογαριασμό
Η ΕΚΤ τοποθετεί τη βασική επιφύλαξη στην αντοχή των δημόσιων οικονομικών. Οι υψηλότερες τιμές μπορούν αρχικά να αυξήσουν ορισμένες εισπράξεις, αλλά η απώλεια αγοραστικής δύναμης περιορίζει την κατανάλωση και δημιουργεί νέες πιέσεις στις δαπάνες. Η προσδοκία ότι το κράτος θα χρηματοδοτεί τη στήριξη από τα έσοδα του ίδιου του
Αυτή την ένσταση είχε διατυπώσει και ο πρόεδρος του ifo, Κλέμενς Φουστ, εξετάζοντας το αίτημα επιστροφής του πρόσθετου ΦΠΑ από τα καύσιμα. Τα περισσότερα χρήματα που δαπανώνται στην αντλία μπορεί να λείψουν από άλλες αγορές, περιορίζοντας εκεί τις εισπράξεις. Επιπλέον, η επιστροφή μόνο των πρόσθετων εσόδων μπορεί να εξασφαλίζει μικρή ελάφρυνση σε σχέση με το μέγεθος της ανατίμησης.
Ο ΟΟΣΑ προσθέτει τον κίνδυνο της παράτασης, καθώς οι γενικευμένες παρεμβάσεις στις τιμές αποσύρονται δύσκολα και μπορούν να έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Η επαναφορά ενός προσωρινά μειωμένου φόρου αυξάνει ξανά τον δείκτη τιμών, ενώ στην ενέργεια η επιδότηση περιορίζει τα κίνητρα εξοικονόμησης. Η διάρκεια της κρίσης γίνεται έτσι καθοριστικός παράγοντας για τη βιωσιμότητα του μέτρου.
Η ελληνική επιλογή
Στην Ελλάδα, η συζήτηση περιπλέκεται από την απόσταση ανάμεσα στην υπέρβαση των εισπράξεων και στο πραγματικά διαθέσιμο περιθώριο. Η αύξηση κατά 1,532 δισ. ευρώ έναντι του φορολογικού στόχου δεν έχει διαχωριστεί στο προσωρινό δελτίο σε έσοδα από τιμές, πραγματική δραστηριότητα και συμμόρφωση. Η υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος, που καταγράφεται στα 2,460 δισ. ευρώ, περιορίζεται από το υπουργείο σε 340 εκατ. μετά τις προσαρμογές για ετεροχρονισμούς πληρωμών και ειδική είσπραξη. Κανένα από αυτά τα μεγέθη δεν αποτελεί από μόνο του τον τελικό χώρο νέων μέτρων.
Η επιλογή του φόρου έχει επίσης σημασία. Ο ΦΠΑ ακολουθεί τη φορολογητέα αξία, ενώ ο ΕΦΚ στα καύσιμα επιβάλλεται ανά ποσότητα και δεν αυξάνεται αυτομάτως μαζί με το πετρέλαιο. Μια μείωσή του χρειάζεται αυτοτελή κοστολόγηση, ακόμη και όταν χρηματοδοτείται από πρόσθετες εισπράξεις άλλων φόρων.
Το ισχυρότερο κριτήριο παραμένει η κοινωνική απόδοση. Μια ακόμα ανάλυση της Τράπεζας της Ισπανίας βρίσκει μεγαλύτερο αναλογικό όφελος για τα χαμηλά εισοδήματα από μειώσεις ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα και οικιακή ενέργεια, αλλά σχετικά μεγαλύτερη εύνοια προς τα υψηλότερα εισοδήματα από την επιδότηση καυσίμων. Εκτιμά επίσης ότι στοχευμένες ενισχύσεις μπορούν να προσφέρουν συγκρίσιμη προστασία με χαμηλότερο κόστος.
Ακόμη και η μεγάλη παρέμβαση αφήνει απώλειες. Η γαλλική INSEE υπολογίζει ότι το ενεργειακό πλαφόν και η έκπτωση καυσίμων περιόρισαν την πρόσθετη ενεργειακή δαπάνη του 2022 κατά 420 ευρώ κατά μέσο όρο ανά άτομο, με σταθερή κατανάλωση. Παρέμεινε όμως επιβάρυνση ίση με 3% του βιοτικού επιπέδου για το φτωχότερο 10%, έναντι 1,2% για το πλουσιότερο.
Η διεθνής τεκμηρίωση δίνει επομένως στην κυβέρνηση λόγους να εξετάσει συγκεκριμένες μειώσεις έμμεσων φόρων και στους υποστηρικτές τους την υποχρέωση να εξηγήσουν το κόστος και τη στόχευσή τους. Η επίκληση των υπερεσόδων χρειάζεται ανάλυση, όπως και η επίκληση της δημοσιονομικής στενότητας. Η τελική επιλογή κρίνεται από το εισόδημα που προστατεύει και από το μέρος του λογαριασμού που εξακολουθεί να αφήνει στα νοικοκυριά.
