Aγορά εργασίας: Αυξήθηκε το μισθολογικό κόστος, αλλά όχι οι πραγματικοί μισθοί

Ανάμικτες είναι οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας, όπως τις καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδας στη νέα έκθεση για την ελληνική οικονομία (Note on the Greek Economy).

Η απασχόληση αυξήθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2026. Αυξήθηκε όμως και η ανεργία – αν και παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με το παρελθόν.

Το μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις επίσης αυξήθηκε. Όμως οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι, ενώ το 2025 μειώθηκαν σε όρους αγοραστικής δύναμης. Τις ονομαστικές αυξήσεις – ανάμεσά τους και η αναπροσαρμογή στον κατώτατο μισθό – τις «κατάπιε» ο πληθωρισμός.

Το ισοζύγιο ροών απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα ήταν θετικό τον Απρίλιο, κυρίως εξαιτίας των προσλήψεων σε ξενοδοχεία και εστιατόρια. Όμως o αριθμός των απασχολούμενων, όπως τον καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ στη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού, μειώθηκε.

Σε ό,τι αφορά τη συνολική πορεία της οικονομίας η κεντρική τράπεζα είναι ένα «κλικ» πιο αισιόδοξη, συνεκτιμώντας τις θετικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Έτσι, παράλληλα με το βασικό σενάριο επιβράδυνσης της ανάπτυξης το 2026, στο 1,9%, διατηρεί και ένα πιο «ήπιο» σενάριο, με ανάπτυξη 2% το 2026 και 2,1% το 2027.

Στενή ή χαλαρή η αγορά εργασίας;

Σε γενικές γραμμές η ελληνική αγορά εργασίας συνεχίζει να κινείται σε θετική τροχιά, με τις προσδοκίες για την απασχόληση να είναι βελτιωμένες σε όλους τους τομείς. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνει η ΤτΕ, αναδεικνύονται νέες προκλήσεις, οι οποίες σχετίζονται με τη «στενότητα» στην αγορά εργασίας (labour market tightness).

Υπενθυμίζεται, ότι η αγορά εργασίας θεωρείται ότι στενεύει όσο αυξάνονται οι κενές θέσεις, σε αναλογία με τους ανέργους. Αντίθετα, παραμένει χαλαρή (labour market slack) όσο η προσφορά εργατικής δύναμης υπερβαίνει τη ζήτηση και πολλοί υποψήφιοι ανταγωνίζονται για λιγότερες θέσεις εργασίας.

Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα, βρίσκεται σε μία καμπή. Από τη μία εμφανίζει ενδείξεις στενότητας, σε επαγγέλματα που οι εργοδότες δυσκολεύονται να βρουν εργαζόμενους με τις κατάλληλες δεξιότητες (ή που είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν με τους όρους που απαιτούν, π.χ. 12ωρα-7ήμερα στον τουρισμό-επισιτισμό).

Η γενική όμως εικόνα δείχνει ότι η αγορά εργασίας στην Ελλλάδα παραμένει χαλαρή, αν και έχει υποχωρήσει από τα δυσθεώρητα επίπεδα της εποχής της κρίσης. Για παράδειγμα, με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την ανεργία τριμήνου, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στις πρώτες θέσεις της EE.

Οικονομικοί αναλυτές αποδίδουν την επίμονη χαλαρότητα στη μεγάλη δεξαμενή του αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού (labour market slack). Σε αυτήν περιλαμβάνονται όχι μόνο οι εγγεγραμμένοι άνεργοι που αναζητούν άμεσα εργασία, αλλά το λεγόμενο «εκτεταμένο εργατικό δυναμικό»: οι υποαπασχολούμενοι, μακροχρόνια άνεργοι που έχουν απογοητευθεί και έχουν σταματήσει να ψάχνουν για δουλειά ή άτομα που θέλουν να δουλέψουν αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμα (π.χ. φροντίζουν μέλη της οικογένειας).

Απασχόληση και ανεργία

Η συνολική απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, με κύριους πυλώνες τη μεταποίηση, τον τουρισμό και τις διοικητικές και επαγγελματικές υπηρεσίες. Τα πιο πρόσφατα μηνιαία στοιχεία δείχνουν όμως ότι η απασχόληση μειώθηκε τον Απρίλιο σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2025, μια ένδειξη που χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση τους επόμενους μήνες.

Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε ελαφρά το πρώτο τρίμηνο του 2026, κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 – στο 10,6% έναντι 10,4%.

Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων ωστόσο μειώθηκε κατά 1,7 μονάδες, κάτι που δείχνει βελτίωση στη διάρθρωση της ανεργίας. Τον Απρίλιο, η ανεργία υποχώρησε σε σχέση με τον Μάρτιο, αν και παρέμεινε υψηλότερη από τον περσινό Απρίλιο.

Θετικό μήνυμα έστειλαν και τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, με τις ροές μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα να είναι θετικές το 2025 και υψηλότερες σε σχέση με το 2024. Τον Απρίλιο οι καθαρές προσλήψεις παρέμειναν θετικές, με κύριο κινητήριο μοχλό τα ξενοδοχεία και την εστίαση. Παράλληλα μειώθηκε ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων στη ΔΥΠΑ, τόσο των μακροχρόνιων όσο και των βραχυχρόνιων.

Πού εντοπίζονται οι κενές θέσεις εργασίας

Σύμφωνα με την Eurostat, η στενότητα στην αγορά εργασίας έδειξε κάποια σημάδια χαλάρωσης τα τελευταία τρίμηνα του 2024 και μέσα στο 2025, παρέμεινε όμως σε υψηλά επίπεδα. Το ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας διαμορφώθηκε στο 2,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026, ελαφρά χαμηλότερο από το 2,2% ένα χρόνο πριν. Οι περισσότερες κενές θέσεις εντοπίζονται στις κατασκευές, στη διαμονή και την εστίαση, καθώς και στις διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες, κλάδοι που παραδοσιακά δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό.

Μισθολογικό κόστος

Το κόστος εργασίας συνεχίζει την ανοδική του πορεία. Η αμοιβή ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 3,3% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η συνολική αμοιβή των εργαζομένων ενισχύθηκε κατά 4,5%, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 1,2%.

Η πραγματική αμοιβή ανά εργαζόμενο έμεινε ωστόσο σταθερή, καθώς ο αποπληθωριστής της ιδιωτικής κατανάλωσης αυξήθηκε με τον ίδιο ρυθμό, στο 3,3%. Αυτό σημαίνει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών απορροφήθηκαν πλήρως από την άνοδο των τιμών, χωρίς πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους.

Το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε επίσης το πρώτο τρίμηνο του 2026, με χαμηλότερο όμως ρυθμό σε σχέση με πέρυσι – καθώς αποκλιμακώθηκαν οι ονομαστικές αμοιβές, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας παρέμεινε σχετικά σταθερή.

Στο δημόσιο τομέα, οι δαπάνες για αμοιβές εργαζομένων αυξήθηκαν κατά 2,1% στο πρώτο τρίμηνο, έναντι αύξησης 3,5% σε όλο το 2025. Με δεδομένο ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός το πρώτο τρίμηνο του 2026 κινήθηκε μεσοσταθμικά με ρυθμό 3,1%, τα πραγματικά εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων συνέχισαν να πιέζονται.

Αγορά εργασίας και μέσος μισθός

Τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι οι μέσες μηνιαίες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκαν στα 1.362,66 ευρώ μεικτά το 2025, αυξημένες κατά 1,5% σε σχέση με το 2024. Την ίδια χρονιά όμως ο εναρμονισμένος πληθωρισμός κινήθηκε με ρυθμό 2,9% – πιο γρήγορα από τη μέση αύξηση των αποδοχών.  Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος μισθός μειώθηκε σε πραγματικούς όρους.

Παράλληλα αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των εργαζομένων με μισθούς ανάμεσα στα 1.001 και τα 1.200 ευρώ, κατά 29,2%. Το ποσοστό όσων αμείβονται με λιγότερα από 1.000 ευρώ μηνιαίως μειώθηκε στο 36,5%, από 46,3% το 2024, εξέλιξη που συνδέεται με την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Συλλογικές συμβάσεις

Στο τετράμηνο Ιανουαρίου με Απρίλιο 2026 υπογράφηκαν 86 νέες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, που κάλυψαν 65.400 εργαζόμενους. Από αυτές 32 προέβλεπαν αυξήσεις μισθών. Το σύνολο του 2025 είχε φέρει 208 συμβάσεις και 130.669 καλυπτόμενους εργαζόμενους, με 80 από αυτές να περιλαμβάνουν μισθολογικές αυξήσεις.

Ανάμεσα στις πιο σημαντικές πρόσφατες συμφωνίες ξεχωρίζει η τριετής σύμβαση για τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις ζαχαροπλαστικής, που προβλέπει σωρευτικές αυξήσεις πάνω από 20%, καθώς και η διετής σύμβαση για τροφικά και τουριστικά καταστήματα, με αυξήσεις από 7% έως 20%. Τον Μάιο κηρύχθηκαν γενικά δεσμευτικές οι συμβάσεις για τους κλάδους ζαχαροπλαστικής και τροφίμων τουρισμού.

Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 4,5% από την 1η Απριλίου 2026, ανεβάζοντας τον στα 920 ευρώ. Πρόκειται για τη μικρότερη αύξηση των τελευταίων χρόνων, μετά τις αυξήσεις του 2025 κατά 6%, του 2024 κατά 6,4% και του 2023 κατά 9,4%. Από το 2018 ο κατώτατος μισθός έχει ενισχυθεί συνολικά κατά 57% σε ονομαστικούς όρους, υπερβαίνοντας το ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού. Σύμφωνα ωστόσο με τις αναλύσεις του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, οι ονομαστικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού δεν είναι ικανές να αποκαταστήσουν πλήρως τις σωρευτικές απώλειες αγοραστικής δύναμης της τελευταίας 15ετίας.

Η πλήρης έκθεση της ΤτΕ EΔΩ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA