Η διαπίστωση πως η Ελλάδα «ξύνει τον πάτο» της ευρωπαϊκής κατάταξης στην αγοραστική δύναμη δεν αποτελεί πλέον μια απλή στατιστική καταγραφή, αλλά ένα ηχηρό σήμα κινδύνου για τη δομή της οικονομίας.
«Μαραθώνιος» αποδεικνύεται για την Ελλάδα η προσπάθεια σύγκλισης των μισθών με την Ευρωπαϊκή Ένωση
Το γεγονός ότι ένας Έλληνας πολίτης μπορεί να αγοράσει μόλις το 68% των αγαθών που καταναλώνει ο μέσος Ευρωπαίος, την ίδια στιγμή που χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μας προσπερνούν με ταχύτητα, αναδεικνύει το βαθύ χάσμα.
Πίσω από τις… λέξεις
Το πραγματικά ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο η χαμηλή αφετηρία, αλλά η επίμονη απόκλιση. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση της σύγκλισης, η Ελλάδα φαίνεται να εγκλωβίζεται σε μια τροχιά «φτωχοποίησης» σε σχέση με τους εταίρους της.
Η ψαλίδα δεν κλείνει· αντίθετα, οι υψηλοί έμμεσοι φόροι, το δυσβάσταχτο κόστος ενέργειας και η στεγαστική κρίση λειτουργούν ως «πολλαπλασιαστές φτώχειας». Όταν οι τιμές στα ράφια είναι ευρωπαϊκές αλλά το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει καθηλωμένο, η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια οικονομία δύο ταχυτήτων: μια ελκυστική βιτρίνα για τους ξένους επισκέπτες και μια εξαιρετικά ακριβή παγίδα για τους μόνιμους κατοίκους της.

Η κατάταξη της Ελλάδας στην τελευταία θέση της Ευρώπης, αποτελεί την απόλυτη διάψευση του αφηγήματος περί «οικονομικού θαύματος» και ισχυρής ανάπτυξης.
Οι χώρες που μας ξεπέρασαν σε αγοραστική δύναμη
Το Κατά Κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς δείκτες για να συγκρίνουμε το πραγματικό βιοτικό επίπεδο μεταξύ διαφορετικών χωρών. Το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ διαφοροποιείται σημαντικά σε όλη την Ευρώπη. Με τον μέσο όρο της ΕΕ να ορίζεται στο 100, η Ελλάδα, το 2025, μαζί με τη Βουλγαρία, φιγουράρουν στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης με 68.
Αυτό σημαίνει ότι, αφού ληφθούν υπόψη οι διαφορές τιμών, ο μέσος κάτοικος της ΕΕ μπορεί να αγοράσει 100 μονάδες ενός κοινού καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών ενώ στη Βουλγαρία και την Ελλάδα μπορεί να αγοράσει 68 μονάδες.

Το ανησυχητικό είναι ενώ χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (όπως η Ρουμανία ή η Πολωνία), που κάποτε ήταν πολύ φτωχότερες, έχουν καταφέρει να πλησιάσουν ή και να ξεπεράσουν το 78-81% του μέσου όρου, η Ελλάδα παρουσιάζει μια στασιμότητα ή πολύ αργή άνοδο.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία έχουν μακράν το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, κατά 139% και 137% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αντίθετα, στη Βουλγαρία και την Ελλάδα βρίσκεται 32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η Γερμανία προηγείται των «τεσσάρων μεγάλων» στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Μεταξύ των «τεσσάρων μεγάλων» οικονομιών της ΕΕ, η Γερμανία έχει το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ, στο 115% του μέσου όρου της ΕΕ. Είναι η μόνη χώρα πάνω από το επίπεδο του 100%. Η Γαλλία βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, στο 98%, ακολουθεί η Ιταλία με 96%, ενώ η Ισπανία καταγράφει το χαμηλότερο επίπεδο, στο 92% του μέσου όρου της ΕΕ.

Σε όρους ευρώ προσαρμοσμένων σε ΜΑΔ, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ διαμορφώθηκε περίπου στις 41.600 ευρώ το 2025, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία. Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, κυμαίνεται από 28.300 ευρώ στη Βουλγαρία έως 99.300 ευρώ στο Λουξεμβούργο. Πέρα από το Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ στην Ολλανδία (55.600 ευρώ) και τη Δανία (52.800 ευρώ).
Στη Γερμανία ανέρχεται σε 47.900 ευρώ, ενώ στη Γαλλία είναι 40.700 ευρώ. Σε δέκα χώρες της ΕΕ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ είναι κάτω από τις 35.000 ευρώ. Στην Ελλάδα είναι στα 28.500 ευρώ.
