Η νέα ανάλυση του Ινστιτούτου ΕΝΑ για το πώς κινήθηκε το ΑΕΠ το 2025, μας δείχνει ότι παρά τις αυξήσεις των μισθών, το μερίδιό τους στα εισοδήματα παραμένει χαμηλότερο από το 2019. Η αναλογία μισθών-κερδών στην Ελλάδα είναι από τις πλέον άνισες στην Ευρώπη, εις βάρος της μισθωτής εργασίας και προς όφελος των επιχειρηματικών κερδών.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ στις 6 Μαρτίου 2026, ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας διαμορφώθηκε στο 2,1% για το 2025. Η επίδοση αυτή βρίσκεται οριακά κάτω από την τελευταία πρόβλεψη του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία τοποθετούσε την αύξηση του ΑΕΠ στο 2,2%. Παρά τη μικρή αυτή απόκλιση, η Ελλάδα καταγράφει καλύτερη επίδοση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που σύμφωνα με τη Eurostat διαμορφώθηκε στο 1,5%, ενώ κατατάσσεται στην 11η θέση μεταξύ των κρατών-μελών ως προς τον ρυθμό μεγέθυνσης.

Ποιοι παράγοντες οδήγησαν την ανάπτυξη
Η εξέλιξη του ΑΕΠ το 2025 επηρεάστηκε από διαφορετικές τάσεις στις βασικές συνιστώσες της οικονομικής δραστηριότητας.
Η ιδιωτική κατανάλωση κατέγραψε αύξηση 2%, ελαφρώς υψηλότερη από την πρόβλεψη του προϋπολογισμού που ήταν 1,9%. Αντίθετα, η δημόσια κατανάλωση κινήθηκε σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τα αναμενόμενα, με αύξηση μόλις 0,3%, όταν η πρόβλεψη έκανε λόγο για 1,4%.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη έπαιξαν οι επενδύσεις, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 8,9%, σημαντικά περισσότερο από την εκτίμηση του προϋπολογισμού (5,7%). Στο εξωτερικό εμπόριο, οι εξαγωγές αυξήθηκαν με βραδύτερο ρυθμό από τις αρχικές προβλέψεις, κατά 1,7% έναντι πρόβλεψης 2,2%. Αντίθετα, οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3%, ενώ αρχικά αναμενόταν αύξηση 0,9%.

Πώς συνέβαλε κάθε συνιστώσα στο ΑΕΠ
Η πραγματική επίδραση των παραπάνω μεταβολών στην οικονομική μεγέθυνση αποτυπώνεται μέσω της συνεισφοράς τους στο συνολικό ΑΕΠ.
Η ιδιωτική κατανάλωση συνέβαλε κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στη συνολική αύξηση της οικονομίας, ενώ η δημόσια κατανάλωση προσέθεσε 0,1 μονάδα. Οι επενδύσεις αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης, συνεισφέροντας 1,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Οι εξαγωγές πρόσθεσαν 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η μείωση των εισαγωγών είχε επίσης θετική επίδραση στο ΑΕΠ κατά 0,6 μονάδες, καθώς λιγότερες εισαγωγές σημαίνουν μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή.
Ωστόσο, η μείωση των αποθεμάτων λειτούργησε αρνητικά για το τελικό αποτέλεσμα, αφαιρώντας 2,1 ποσοστιαίες μονάδες από τον συνολικό ρυθμό ανάπτυξης. Σύμφωνα με την ανάλυση, η εξέλιξη αυτή πιθανόν συνδέεται με την επαναταξινόμηση μέρους των αποθεμάτων ως επενδύσεων.
Οι κλάδοι που στήριξαν την οικονομία
Από την πλευρά της παραγωγής, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας αυξήθηκε κατά 1,3% το 2025.
Η μεγαλύτερη δυναμική καταγράφηκε στον κλάδο των κατασκευών, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 12,8%, συμβάλλοντας σημαντικά στην οικονομική δραστηριότητα. Θετική ήταν επίσης η συμβολή της βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένου του ενεργειακού τομέα, με αύξηση 2,6%.
Στον τομέα των υπηρεσιών, η ανάπτυξη ήταν πιο συγκρατημένη, με αύξηση 0,8%, παραμένοντας ωστόσο βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας.

Πώς κατανέμεται το εισόδημα στην οικονομία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή του εγχώριου εισοδήματος μεταξύ μισθών, κερδών και κράτους.
Το μερίδιο των μισθών στο συνολικό εισόδημα, που προκύπτει από τις αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας, αυξήθηκε ελαφρά, από 35,6% το 2024 σε 36,2% το 2025, κυρίως λόγω της αύξησης της μισθωτής απασχόλησης.
Το μερίδιο των κερδών υποχώρησε από 49,8% σε 48,7%. Σημειωτέον ότι τα κέρδη προέρχονται από το λειτουργικό πλεόνασμα και το μεικτό εισόδημα, που περιλαμβάνει το εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων. Το μερίδιο του κράτους, δηλαδή η διαφορά μεταξύ φόρων στην παραγωγή και στις εισαγωγές μείον τις επιδοτήσεις (χωρίς τους φόρους εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές), ενισχύθηκε από 14,5% σε 15%.
Η μεταβολή αυτή φαίνεται να περιορίζει εν μέρει τη συρρίκνωση του μεριδίου των μισθών που είχε καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια, εξέλιξη η οποία συνδέεται κυρίως με τις πιέσεις που δημιούργησε ο υψηλός πληθωρισμός.
Χαμηλότερο από το 2019 το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ
Σε σύγκριση με το 2019, το μερίδιο των μισθών εξακολουθεί να παραμένει χαμηλότερο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κατανομή του εισοδήματος εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική οικονομία. Συγκεκριμένα, το 2019 το μερίδιο των μισθών ήταν 36,8%, το μερίδιο των κερδών 48,3% και το μερίδιο του κράτους 14,8%. Δηλαδή, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών και τη μείωση της ανεργίας, η θέση των μισθωτών στην κατανομή του εισοδήματος υποχώρησε την τελευταία πενταετία.
Το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Εurostat (2024) η Ελλάδα είχε το δεύτερο χαμηλότερο μερίδιο μισθών στο εισόδημα σε όλη την ΕΕ, μετά την Ιρλανδία.
Η διαφορά είναι ότι το «φουσκωμένο» ΑΕΠ της Ιρλανδίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις πολυεθνικές εταιρείες, που «παρκάρουν» εκεί τα χρήματά τους, λόγω των φορολογικών ελαφρύνσεων. Για τους ίδιους λόγους η Ιρλανδία και η Μάλτα έχουν το υψηλότερο μερίδιο κερδών, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην τρίτη θέση. Το 2024 το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ στην Ευρωζώνη ήταν 48,5% και των κερδών 40,7%.
