Λιγότερα φρούτα και λαχανικά, περισσότερα σνακ και έτοιμα γεύματα. Λιγότερο φρέσκο γάλα και κόκκινο κρέας, περισσότερα «λειτουργικά» τρόφιμα με πρόσθετες πρωτεΐνες. Οι διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων αλλάζουν, όχι απαραίτητα προς το καλύτερο, με την ακρίβεια, το δημογραφικό και τον τρόπο ζωής να επηρεάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά.
Για παράδειγμα, η αύξηση του ντελίβερι, των έτοιμων και ημι-έτοιμων γευμάτων, που καταγράφεται σε σχετικές έρευνες, συνδέεται με την αύξηση των μονομελών νοικοκυριών και τα διευρυμένα ωράρια. Όταν δουλεύεις 12ωρο δεν βάζεις «τσουκάλι» αλλά ταπεράκι ή θερμαίνεις στο φούρνο μικροκυμάτων ένα προμαγειρεμένο γεύμα.
Αντίστοιχα, η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση των γεννήσεων μεταφράζεται σε χαμηλότερες πωλήσεις όχι μόνο των βρεφικών τροφών, αλλά γενικότερα των τροφίμων που κάποτε θεωρούνταν απαραίτητες για την ανάπτυξη των παιδιών. Η δε ακρίβεια, η οποία επιμένει ιδίως στα φρέσκα τρόφιμα, επηρεάζει τις αγοραστικές συνήθειες, συχνά επί το «ανθυγιεινότερο». Το καλάθι του νοικοκυριού γεμίζει με συσκευασμένα και υπερ-επεξεργασμένα προϊόντα, υπό το πρόσχημα ότι είναι πιο βολικά και οικονομικά από τα φρέσκα, ακόμα και αν ο τελικός λογαριασμός έρχεται μεγαλύτερος.

Τα χρυσά φρούτα
Στη μυθολογία τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων τα φύλαγε ένας δράκος με 100 κεφάλια, ο Λάδωνας. Στην πραγματικότητα, τον ρόλο του δράκου παίζει η ακρίβεια και οι ανατιμήσεις, που καλπάζουν με ρυθμό πολλαπλάσιο από τον μέσο πληθωρισμό στα τρόφιμα.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι τιμές των φρούτων αυξήθηκαν κατά 9,1% σε ετήσια βάση και 3,6 σε μηνιαία βάση. Όμως μια ματιά στα στοιχεία του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (ΟΚΑΑ), φανερώνει διψήφιες αυξήσεις στη χονδρική, που αγγίζουν ως και το 50%.
Τα φετινά χρυσά μήλα των εσπερίδων είναι τα λεμόνια, αφού φτάνουν να πωλούνται στα σούπερ μάρκετ ως και πάνω από 2 με 2,5 ευρώ το κιλό – ανάλογα με την προέλευση και την ποιότητα. Οι ανατιμήσεις σε ετήσια βάση εκτιμάται ότι φτάνουν ως και 50%. Στη χονδρική, στην κεντρική λαχαναγορά του Ρέντη, πωλούνται 1,30 ευρώ το κιλό, από 1 ευρώ πέρυσι, αύξηση 30%.
Αιτία για τις αυξημένες τιμές είναι η μείωση της εγχώριας παραγωγής, ως και 70% σε κάποιες περιοχές, λόγω παγετών που έπληξαν τις καλλιέργειες. Η ελληνική αγορά έχει συνηθίσει να καλύπτει τη ζήτηση με εισαγωγές, από Τουρκία και Αργεντινή, όμως φέτος η παραγωγή ήταν σημαντικά χαμηλότερη παγκοσμίως, με αποτέλεσμα να κρατούνται οι τιμές υψηλά.

Καπέλο και ελληνοποιήσεις στα μήλα
Tα μήλα (στάρκιν και γκαλά) έχουν φτάσει να πωλούνται στα σούπερ μάρκετ ως και πάνω από 2 ευρώ το κιλό (2.65 ευρώ τα ΠΟΠ Ζαγοράς Πηλίου). Στη χονδρική πωλούνται από 1 ως 1.70 ευρώ, όταν πέρυσι τέτοια εποχή η επικρατούσα τιμή χονδρικής ήταν 90 λεπτά το κιλό. Πρόκειται για αύξηση που κυμαίνεται μεσοσταθμικά στο 33%.
Από τα χέρια των παραγωγών τα μήλα φεύγουν στα 70 λεπτά το κιλό, άρα το «καπέλο» φτάνει ως και 300%.
Παράλληλα, φέτος το φθινόπωρο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Εξαγωγής – Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών Ιncofruit, τετραπλασιάστηκαν οι εισαγωγές μήλων, από χώρες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης (Βόρεια Μακεδονία, Πολωνία, Μολδαβία, Σερβία). Ο πρόσφατα αποβιώσας σύμβουλος της Incofruit Γιώργος Πολυχρονάκης, προειδοποιούσε ως και την τελευταία εβδομάδα της ζωής του, για τον αθέμιτο ανταγωνισμό από τις αθρόες εισαγωγές φθηνών (και συχνά μη ελεγμένων) φρούτων, που βαφτίζονται «ελληνικά» και πωλούνται με μεγαλύτερο κέρδος.
Κερδοσκοπία ή λειτουργικό κόστος;
Η συζήτηση για την απόσταση στις τιμές από το χωράφι στο ράφι, φούντωσε εκ νέου πρόσφατα, με δηλώσεις παραγωγών που βλέπουν καπέλο 200%. Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος προανήγγειλε «διπλά ταμπελάκια» που θα δείχνουν την αρχική τιμή παραγωγού και την τελική τιμή ραφιού, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να διακρίνει αν υπάρχει αισχροκέρδεια. Εκπρόσωποι της αγοράς κάνουν λόγο για ανεφάρμοστο μέτρο, αφού τα νωπά προϊόντα αλλάζουν δεκάδες χέρια μέχρι να φτάσουν στον καταναλωτή.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), το μερίδιο του παραγωγού στην τελική τιμή των οπωροκηπευτικών είναι μεσοσταθμικά 43%, του χονδρέμπορου 31%, του λιανέμπορου 24% και το ΦΠΑ είναι 12%.
Σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των τιμών ανά κατηγορία κόστους, το μερίδιο του λέοντος έχουν τα καύσιμα, οι μεταφορές, η αποθήκευση, η ενέργεια και τα εργατικά – αγγίζοντας αθροιστικά το 66%. Οι πρώτες ύλες των οπωροκηπευτικών αποτελούν μόνο το 12% του κόστους, ενώ εξαιρετικά υψηλό είναι το κόστος της «φύρας», με 9%. Τα κέρδη των εμπλεκομένων σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ είναι 11%
