Γεμάτος αισιοδοξία, ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς παρουσίασε στις 2 Ιουλίου ένα πρόγραμμα 34 σημείων για να αναπτυχθεί η γερμανική οικονομία, λέγοντας με σιγουριά: «Θέλουμε να επαναφέρουμε τη Γερμανία σε τροχιά ανάπτυξης και πλέον είναι σαφές ότι αυτό είναι εφικτό».
Ειδικότερα, το περίφημο «Πρόγραμμα για Ανάκαμψη και Απασχόληση» που ανακοινώθηκε αναγνωρίζει πράγματι τη βασική αδυναμία της γερμανικής οικονομίας, που σύμφωνα με τον Πέτερ Μπόφινγκερ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ, δεν είναι άλλη από τη συνεχή υποχώρηση των επιχειρηματικών επενδύσεων.
«Το γεγονός αυτό είναι ακόμη πιο ανησυχητικό, καθώς ο παγκόσμιος ανταγωνισμός απαιτεί έναν ριζικό τεχνολογικό μετασχηματισμό της Γερμανίας προς καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα» σημειώνει ο ίδιος, που υπήρξε και μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, σε ανάλυσή του στο Social Europe.
Πράγματι, το πρόγραμμα που υιοθέτησε ο συνασπισμός σοσιαλδημοκρατών και συντηρητικών CDU/CSU, αναφέρει συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων: «Θα στηρίξουμε με συνέπεια τους τομείς του μέλλοντος, συμπεριλαμβανομένων της αυτοκινητοβιομηχανίας, της χημικής και φαρμακευτικής βιομηχανίας, των καθαρών τεχνολογιών, της κυκλικής οικονομίας, της μηχανολογίας, της παραγωγής κυψελών μπαταριών και ημιαγωγών, καθώς και ολόκληρου του τομέα της τεχνητής νοημοσύνης».
Παρόλα αυτά, όπως παρατηρεί ο Μπόφινγκερ, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έχει περάσει από τα λόγια στα έργα, αλλά έχει ανακοινώσει μέτρα που δεν λύνουν το πρόβλημα στη ρίζα του.
Το συνταξιοδοτικό δεν αρκεί
Σημαντικό παράγοντα για την αισιοδοξία του καγκελαρίου αποτέλεσαν οι προτάσεις της Επιτροπής για το Συνταξιοδοτικό (Alterssicherungskommission), η οποία συστάθηκε από την κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2025 και στην οποία συμμετείχε και ο καθηγητής.
Οι σημαντικότερες προτάσεις ήταν η καθιέρωση υποχρεωτικής εισφοράς ύψους 2% των μισθών σε κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο, κατά το σουηδικό πρότυπο, η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 67 έτη το 2031 στα 67,5 έτη το 2041, καθώς και ο περιορισμός των ευνοϊκών όρων πρόωρης συνταξιοδότησης κατά δύο χρόνια για εργαζομένους με 45 έτη εισφορών.
Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο ίδιος, οι προτάσεις της επιτροπής θα αρχίσουν να αποδίδουν κυρίως κατά τις δεκαετίες του 2030 και του 2040, όταν θα αρχίσουν να αποδίδουν οι επενδύσεις του νέου συνταξιοδοτικού κεφαλαίου.
Βραχυπρόθεσμα, όμως, οι υποχρεωτικές εισφορές για τη δημιουργία αυτού του κεφαλαίου θα επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα, η οποία ήδη πιέζεται από την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, ιδιαίτερα το 2028.
Την ίδια στιγμή το Ινστιτούτο Μακροοικονομικής Πολιτικής (IMK), προειδοποιεί ότι θα χαθούν 250.000 θέσεις εργασίας μέσα στην πενταετία όσο θα είναι αυξημένες οι παραπάνω εισφορές. «Επιπλέον, οι αποταμιεύσεις αυτές δεν πρόκειται να συμβάλουν στη χρηματοδότηση των γερμανικών επιχειρήσεων, καθώς τα κεφάλαια θα επενδυθούν κυρίως στο εξωτερικό, με στόχο υψηλότερες αποδόσεις».
Ανεπαρκή φορολογικά μέτρα
Επίσης, οι φορολογικές μειώσεις των ετών 2027 και 2028 δεν αρκούν καν για να εξουδετερώσουν τη λεγόμενη «ψυχρή φορολογική πρόοδο», όπως σημειώνει ο καθηγητής. Δηλαδή οι Γερμανοί δεν θα δουν ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση ακόμα και αν αυξηθούν οι ονομαστικοί μισθοί, λόγω πληθωρισμού.
Το επόμενο μέτρο, του οποίου την ωφέλεια αμφισβητεί ο Μπόφινγκερ είναι η κατάργηση των τηλεφωνικών ιατρικών βεβαιώσεων ασθενείας. Προκειμένου να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της αυθαίρετης δήλωσης υψηλών αναρρωτικών αδειών οι εργαζόμενοι θα πρέπει να προσκομίζουν πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία από την πρώτη ημέρα της ασθένειας, όχι τηλεφωνικά. Ένα τέτοιο μέτρο όμως θα αυξήσει τη γραφειοκρατία, η οποία θεωρείται ήδη ένα από τα βασικά εμπόδια στην ανάπτυξη — κάτι που το ίδιο το πρόγραμμα υπόσχεται να περιορίσει.
Επιπλέον η κατάργηση της προστασίας από απόλυση για υψηλόμισθους εργαζομένους, θα έχει περιορισμένη επίδραση, σύμφωνα με τον Μπόφινγκερ καθώς ο αριθμός τους – περίπου 300.000 άτομα – δεν είναι μεγάλος. «Επιπλέον, εύλογα τίθεται το ερώτημα αν η λειτουργία των επιχειρήσεων θα γίνει πραγματικά πιο παραγωγική όταν τα στελέχη θα φοβούνται ότι μπορούν να απολυθούν άμεσα κάθε φορά που διαφωνούν με τον προϊστάμενό τους».
Η ταμπακιέρα
Ο γερμανός καθηγητής βλέπει με απαισιοδοξία ότι η Γερμανία δεν επενδύει ούτε σε τεχνολογία ούτε σε βιομηχανία, με τις πιστώσεις για έρευνα και ανάπτυξη να ανέρχονται μόλις σε 1,7 δισ. ευρώ, από το ακόμη πιο ανεπαρκές 1,1 δισ. ευρώ του 2026.
«Συνολικά, δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο οι μεταρρυθμίσεις και το «Πρόγραμμα για Ανάκαμψη και Απασχόληση» θα συμβάλουν ουσιαστικά στην ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας και, κυρίως, στον τόσο αναγκαίο τεχνολογικό μετασχηματισμό της. Η έλλειψη σαφών κινήτρων για επενδύσεις αντανακλά μια ευρύτερη απουσία ολοκληρωμένης στρατηγικής για την καινοτομία και τον μετασχηματισμό της χώρας» σημειώνει.
Δεν κρύβει την απογοήτευσή του που για το κυρίαρχο ρεύμα των γερμανών οικονομολόγων αυτή η απουσία στρατηγικής δεν φαίνεται να αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα.
Οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές ενδέχεται να δημιουργήσουν κάποια ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να πορεύεται χωρίς σαφές όραμα για το μέλλον της. Οι οικονομολόγοι που δίνουν προτεραιότητα στις δυνάμεις της αγοράς εξακολουθούν να πιστεύουν ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος.
«Όμως, μήπως τα επτά χρόνια αναιμικής ανάπτυξης που έχουν ήδη περάσει δεν αποδεικνύουν με αρκετή σαφήνεια ότι, στα ταραγμένα νερά της παγκόσμιας οικονομίας, τα πλοία δεν κυβερνώνται μόνα τους;» αναρωτιέται.
