Στην Ελλάδα των ’70s και των ’80s, το να είσαι ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο σήμαινε κρυμμένη ζωή και μοναξιά. Η ιστορία του Ευάγγελου…
Το να είσαι ΛΟΑΤΚΙ+ και άνω των 60 ετών σήμερα δεν είναι απλώς μια προσωπική ταυτότητα· είναι μια ολόκληρη ιστορία ζωής, σημαδεμένη από κοινωνικές αναταράξεις, φόβους και σιωπηλές επαναστάσεις. Άνθρωποι που μεγάλωσαν σε μια εποχή που η ποικιλότητα δεν χωρούσε στον δημόσιο λόγο και συχνά ούτε στην ίδια τους την οικογένεια, έμαθαν να ζουν χρόνια υπό πίεση -από εποχές που η μη ετεροκανονική ταυτότητα θεωρούνταν επικίνδυνη ή ακόμη και παράνομη, μέχρι σήμερα, που η ελευθερία υπάρχει αλλά η πλήρης αποδοχή όχι.
Σήμερα, οι κοινωνικές και νομικές αλλαγές -από τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών μέχρι την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου- ανοίγουν δρόμους που για χρόνια έμοιαζαν (σχεδόν) αδιανόητοι. Όμως, για τη γενιά των 60+, αυτά τα βήματα δεν σβήνουν απαραίτητα τις πληγές του παρελθόντος. Πολλοί εξακολουθούν να αισθάνονται ότι ζουν στο περιθώριο, αόρατοι σε έναν κοινωνικό διάλογο που εστιάζει κυρίως στα νεαρά ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα.
Η μοναξιά, η απομόνωση, η έλλειψη δομών φροντίδας και οι διακρίσεις σε υπηρεσίες υγείας είναι υπαρκτά προβλήματα. Παράλληλα, το ζήτημα της διπλής έλλειψης ορατότητας είναι έντονο: ως ηλικιωμένοι, συχνά αγνοούνται από μια κοινωνία που λατρεύει τη νεότητα· ως ΛΟΑΤΚΙ+, βιώνουν αποκλεισμό. Οι ιστορίες τους μιλούν για κρυφές σχέσεις, φιλίες που έγιναν καταφύγια και μικρές πράξεις αντίστασης στην καθημερινότητα.
Κι όμως, πίσω από αυτές τις σιωπηλές διαδρομές, υπάρχει και μια άλλη όψη: άνθρωποι που, στα 50 και στα 60 τους χρόνια, αποφασίζουν για πρώτη φορά να ζήσουν ανοιχτά. Άνθρωποι που βρίσκουν κοινότητες υποστήριξης μέσα από ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεις, που μοιράζονται τις εμπειρίες τους με νεότερες γενιές και γίνονται ζωντανές γέφυρες μνήμης και αγώνων για ορατότητα. Η φωνή τους είναι πολύτιμη, όχι μόνο για να κατανοήσουμε τι σημαίνει να ζεις ως ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπο στην Ελλάδα, αλλά και για να χτίσουμε ένα μέλλον όπου κανείς δεν θα χρειάζεται να περιμένει μια ολόκληρη ζωή για να είναι ο εαυτός του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ευάγγελος, 62 ετών, μιλά στην ενότητα Rainbow Stories για την πορεία του, για το δύσκολο αλλά απελευθερωτικό coming out, για τους φόβους που ακόμα υπάρχουν και για την αργή αλλά υπαρκτή αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας. Η δική του ιστορία είναι μία από τις πολλές που δείχνουν ότι το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και στην ελευθερία δεν έχουν ημερομηνία λήξης.
-Ευάγγελε, πες μου λίγα λόγια για σένα. Πού μεγάλωσες; Ποιες είναι οι πρώτες σου αναμνήσεις;
Γεννήθηκα το 1963 σε μια μικρή πόλη της Πελοποννήσου. Η οικογένειά μου ήταν αυτό που λέμε «παραδοσιακή», πατέρας αυστηρός, μητέρα που κρατούσε το σπίτι και αδέλφια που ακολουθούσαν τις ίδιες αξίες. Από πολύ μικρός, ίσως και πριν καταλάβω τι σημαίνει η λέξη «σεξουαλικότητα», ένιωθα ότι υπήρχε κάτι διαφορετικό σε μένα σε σχέση με τα υπόλοιπα αγόρια της ηλικίας μου. Στο σχολείο, όταν όλα τα αγόρια μιλούσαν για κορίτσια, εγώ παρατηρούσα περισσότερο τους συμμαθητές μου. Δεν είχα καν τη λέξη «γκέι» στο λεξιλόγιό μου, μόνο ένα αίσθημα ότι ήμουν «εκτός κανόνα» και κάπως απομονωμένος, κάπως μόνος.
Η παιδική μου ηλικία είχε όμορφες στιγμές. Παίζαμε στις αλάνες, στο σπίτι τα πράγματα ήταν ήρεμα σε γενικές γραμμές. Ωστόσο, υπήρχε και πολλή σιωπή γύρω από θέματα ταυτότητας. Κανείς δεν μιλούσε για αυτά. Και όταν μιλούσε, ήταν για να κοροϊδέψει, να μειώσει ή να απορρίψει αυτό που δεν μοιάζει με τους υπόλοιπους.
-Πώς ήταν να μεγαλώνεις στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’70 και του ’80, βιώνοντας αυτά τα συναισθήματα;
Στην επαρχία, όλα ήταν πιο στενά. Όλοι ήξεραν τους πάντες. Δεν υπήρχε ιδιωτικότητα. Έπρεπε να προσέχεις κάθε σου λέξη, κάθε σου κίνηση, γιατί το κουτσομπολιό… ταξίδευε γρήγορα. Έμαθα να φοράω μια «μάσκα». Να μιλάω για κορίτσια που δεν με ενδιέφεραν, να γελάω με αστεία που με πλήγωναν, να αποφεύγω συζητήσεις, να μην δίνω αφορμές για σχολιασμό. Κάθε μέρα ήταν μια μάχη επιβίωσης, όπου η ζωή μου θυσιάζονταν στο βωμό της ασφάλειας και της ύπαρξης.
Δεν υπήρχε ορατότητα. Δεν υπήρχαν δημόσια πρόσωπα που να ζουν ανοιχτά. Στην τηλεόραση, οι γκέι ήταν καρικατούρες για να γελάμε. Το μήνυμα που έπαιρνες ήταν: «Αν είσαι αυτό, κρύψ’ το ή γίνε περίγελος». Αυτό μου δημιουργούσε μια ένα καθολικό αίσθημα μοναξιάς, σαν να μην υπάρχει κανείς που να μπορεί να καταλάβει τι περνάω.
-Η πρώτη φορά που μίλησε για τη σεξουαλικότητά σου;
Μέσα μου το ήξερα από τα 15, αλλά το είπα για πρώτη φορά σε κάποιον όταν ήμουν σχεδόν 40. Μέχρι τότε, είχα σχέσεις, αλλά κρυφές. Κανείς από το φιλικό ή οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ήξερε. Ήταν εξουθενωτικό να ζεις έτσι. Φαντάσου να περνάς γιορτές μόνος, γιατί ο σύντροφός σου δεν μπορεί να έρθει στο οικογενειακό τραπέζι. Να μην μπορείς να πεις στους συναδέλφους σου ότι πέρασες ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο με τον άνθρωπό σου, γιατί θα αρχίσουν οι ερωτήσεις. Αυτή η κρυμμένη ζωή σε κουράζει ψυχικά, σε κάνει να αμφισβητείς την αξία σου καθημερινά.
Όταν τελικά έκανα coming out σε δύο καλούς φίλους, ένιωσα απίστευτη ανακούφιση. Σαν να πήρα ανάσα μετά από χρόνια. Υπήρχε φόβος, άγχος, πανικός πριν το κάνω, για το τι θα γίνει. Τι θα γινόταν αν το έλεγαν σε άλλους; Θα με απορρίψουν; Χρειάστηκε να φτάσω 55 χρονών για να το πω ανοιχτά σε περισσότερα άτομα… Όλο αυτό, κάπως κύλησε πολύ αργά.
-Τι σε κράτησε πίσω;
Ο φόβος της απώλειας. Είχα δει ανθρώπους να εκδιώκονται από τα σπίτια τους, να χάνουν δουλειές, να γίνονται αντικείμενο χλευασμού. Επίσης, η εσωτερικευμένη ντροπή έπαιξε τον ρόλο της. Όταν μεγαλώνεις με την πεποίθηση ότι αυτό που είσαι είναι κάτι «κακό», κάτι «ντροπιαστικό», το κουβαλάς για δεκαετίες, σαν βάρος που δεν μπορείς να αφήσεις ποτέ κάτω.
Δεν ήταν μόνο η κοινωνία, ήταν και η οικογένεια. Η μάνα μου ήθελε να με δει παντρεμένο «με μια καλή κοπέλα». Ο πατέρας μου θεωρούσε «ανωμαλία» οτιδήποτε δεν ταίριαζε στο δικό του μοντέλο. Είχα πάντα στο μυαλό μου τη σκηνή να τους το λέω και να βλέπω την απογοήτευση στα μάτια τους. Αυτό με παρέλυε, με έκανε να αμφιβάλλω για τον ίδιο μου τον εαυτό και να ζω για χρόνια κρυμμένος.
-Πώς ήταν η εμπειρία όταν τελικά μίλησες;
Οι περισσότεροι φίλοι μου το πήραν πολύ θετικά. Μου είπαν ότι με αγαπούν όπως είμαι και ότι δεν θα αλλάξει τίποτα. Αλλά υπήρξαν και απώλειες. Ένας φίλος παιδικός, με τον οποίο μεγαλώσαμε μαζί, απομακρύνθηκε χωρίς εξήγηση. Και στην οικογένεια… σιωπή. Δεν υπήρξαν καβγάδες ή φωνές, αλλά και καμία συζήτηση. Είναι σαν να τους είπα ότι άλλαξα δουλειά. Απλά το κατάπιαν και δεν το ανέφεραν ξανά. Αυτή η σιωπή πονάει το ίδιο με την απόρριψη και δείχνει ότι η αποδοχή δεν είναι πάντα δεδομένη, ακόμα και στους πιο κοντινούς ανθρώπους.
-Έχεις αντιμετωπίσει διακρίσεις στην εργασία ή στην καθημερινότητα;
Ναι, αλλά σχεδόν πάντα με έμμεσο τρόπο. Στη δουλειά, άκουγα «αστεία» για τους γκέι που με έκαναν να νιώθω δυσάρεστα και άβολα. Σε μια περίπτωση, όταν αρνήθηκα να συμμετάσχω σε μια κουβέντα με σεξιστικά και ομοφοβικά σχόλια, με αποκάλεσαν «ευαίσθητο». Αυτές οι στιγμές, αν και για κάποιους αδιάφορες, αφήνουν σημάδια, σου θυμίζουν ότι η κοινωνία δεν σε έχει αποδεχτεί. Στην καθημερινότητα, μικρές στιγμές σε πληγώνουν. Πήγα κάποτε με τον σύντροφό μου σε έναν γιατρό. Εκείνος μιλούσε μόνο σε μένα, αγνοώντας τελείως την παρουσία του. Σαν να μην υπήρχε. Είναι αυτές οι αόρατες διακρίσεις που σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν ανήκεις, σαν να μην έχεις πλήρη δικαίωμα στην ίδια σου τη ζωή.
-Πώς είναι σήμερα η ζωή σου στα 62;
Ζω πιο ανοιχτά και πιο ελεύθερα από ποτέ. Είμαι με τον ίδιο άνθρωπο εδώ και 12 χρόνια. Ταξιδεύουμε, κάνουμε πράγματα μαζί, έχουμε έναν μικρό κύκλο φίλων που είναι σαν οικογένεια. Ωστόσο, παρατηρώ ότι, παρόλο που η κοινωνία αλλάζει, η ηλικία μας μάς κάνει κάπως αόρατους μέσα στην ίδια την κοινότητα. Οι περισσότερες εκδηλώσεις, οι χώροι, οι δράσεις είναι για τους 20άρηδες και τους 30άρηδες, αφήνοντας τους μεγαλύτερους σε δεύτερο πλάνο.
-Τι θα ήθελες να αλλάξει στις ζωές των ΛΟΑΤΚΙ+ μεγαλύτερης ηλικίας στην Ελλάδα;
Να υπάρχουν δομές φροντίδας και κοινωνικής ζωής που να μας περιλαμβάνουν χωρίς να χρειάζεται να κρυβόμαστε. Στέγες ηλικιωμένων φιλικές προς ΛΟΑΤΚΙ+, ομάδες υποστήριξης για ανθρώπους που έζησαν κρυμμένοι. Να υπάρχει χώρος για να μοιραστούμε τις ιστορίες μας. Είμαστε αυτοί που ανοίξαμε τον δρόμο και αξίζουμε να μην μένουμε στο περιθώριο, αλλά να συμμετέχουμε ενεργά στην κοινότητα.
-Αν γύριζες τον χρόνο πίσω, θα άλλαζες κάτι;
Θα μιλούσα νωρίτερα. Δεν θα άφηνα να περάσουν δεκαετίες για να ζήσω ανοιχτά. Κάθε μέρα που ζεις κρυμμένος είναι μια μέρα χαμένη. Δεν θέλω να φύγω από αυτόν τον κόσμο κρυμμένος. Αυτό δεν είναι ζωή…
-Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θα ήθελες να στείλεις;
Να ζείτε όπως είστε. Η αγάπη έχει αξία και δύναμη. Μην αφήσετε τον φόβο να σας κλείσει σε ένα δωμάτιο για τη μισή σας ζωή, όπως έκανα εγώ. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Η ελευθερία να ζείτε όπως θέλετε είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείτε να δώσετε στον εαυτό σας