Οι ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας και του Βελγίου ζήτησαν έναν μηχανισμό για την αναστολή της νέας νομοθεσίας της ΕΕ που θεωρείται υπερβολικά επαχθής για τις επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για την ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της Ένωσης.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ πρότειναν ένα «φρένο έκτακτης ανάγκης» σε επιστολή που έστειλαν τη Δευτέρα στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, την οποία είδε το Euronews.
Ο προτεινόμενος μηχανισμός θα λειτουργήσει ως «έσχατη λύση και πρόσθετη δικλείδα ασφαλείας» έναντι περιττών γραφειοκρατικών εξόδων που προκύπτουν από τους νέους νόμους της ΕΕ. Οι λεπτομέρειες και το πεδίο εφαρμογής του παραμένουν ασαφή, με το ζήτημα να αναμένεται να συζητηθεί στη σύνοδο κορυφής των ηγετών της ΕΕ την Πέμπτη στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές.
«Κανόνας προτεραιότητας»
Η επιστολή βασίζεται στο έργο μιας άτυπης ομάδας 19 χωρών της ΕΕ που αναζητά μια συντονισμένη απάντηση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία και τρόπους ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητάς της. Η ομάδα , με επικεφαλής τη Γερμανία, την Ιταλία και το Βέλγιο, είναι γνωστή ως «Φίλοι της Ανταγωνιστικότητας».
Οι τρεις ηγέτες ζήτησαν επίσης ταχύτερες διαδικασίες σχεδιασμού και έγκρισης για επενδύσεις σε βασικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές, της ενέργειας, της τεχνητής νοημοσύνης και της άμυνας.
Σύμφωνα με ένα προτεινόμενο σύστημα που ονομάζεται «κανόνας προτεραιότητας», ορισμένοι κανονισμοί σε αυτούς τους τομείς θα πρέπει να ανασταλούν προσωρινά για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών.
Η μείωση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων από τις εταιρείες είναι μια άλλη βασική προτεραιότητα που περιγράφεται στην επιστολή, καθώς οι τρεις χώρες επιδιώκουν να μειώσουν τη γραφειοκρατία σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο ζήτησαν επίσης αντιστροφή του βάρους της απόδειξης κατά την αξιολόγηση της αναγκαιότητας των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων.
Σύμφωνα με την πρότασή τους, η ανάγκη για οποιαδήποτε υποχρέωση υποβολής εκθέσεων θα πρέπει να δικαιολογείται και όχι να θεωρείται δεδομένη, μειώνοντας ενδεχομένως το διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).
