Πίσω από την καθησυχαστική βιτρίνα των στατιστικών δεικτών και τις θριαμβολογίες για αναπτυξιακούς ρυθμούς που προσπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η φθινοπωρινή έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αποκαλύπτει μια πολύ πιο εύθραυστη και ανησυχητική εικόνα για την ελληνική οικονομία.
Ο συνεχιζόμενος πληθωρισμός εξανεμίζει τα εισοδήματα των νοικοκυριών, καθιστώντας πολυτέλεια βασικές ανάγκες όπως η ενέργεια και η στέγαση. Επιπλέον, η νομισματική σύσφιξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις περιορίζουν τη ρευστότητα και απειλούν με νέες ανατιμήσεις
Ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης του 1,9% μπορεί να φαντάζει ικανοποιητικός στο χαρτί, όμως κάτω από την επιφάνεια σιγοβράζει μια σειρά από οξύτερες πιέσεις, συσσωρευμένους κινδύνους και χρόνιες παθήσεις που απειλούν να ροκανίσουν τα θεμέλια της εγχώριας οικονομίας.
Το κύμα της ακρίβειας και η διάβρωση του εισοδήματος
Η πιο άμεση και οδυνηρή απειλή για τη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών παραμένει ο επίμονος πληθωρισμός, ο οποίος αρνείται να τιθασευτεί. Μετά από μια σύντομη και παραπλανητική ανάπαυλα, καταγράφει άλμα βάζοντας «φωτιά» στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το κόστος της ενέργειας έχει εκτοξευτεί ενώ το κόστος στέγασης παραμένει σε υψηλά επίπεδα, μετατρέποντας την εξασφάλιση στέγης σε πολυτέλεια για χιλιάδες οικογένειες. Η επίμονη ακρίβεια δεν συνιστά απλώς μια αριθμητική παρέκκλιση· αποτελεί μια διαρκή αιμορραγία που απομυζά την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ακυρώνοντας στην πράξη οποιαδήποτε ονομαστική αύξηση μισθών ή πρόσκαιρη εισοδηματική ενίσχυση.


Γεωπολιτική πυριτιδαποθήκη και νομισματική ασφυξία
Το εξωτερικό περιβάλλον, αντί να προσφέρει σανίδα σωτηρίας, μετατρέπεται σε πεδίο υψηλού ρίσκου. Η εκ νέου ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η επικίνδυνη αβεβαιότητα γύρω από τις θαλάσσιες μεταφορές στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρουν τον εφιάλτη μιας νέας ενεργειακής κρίσης. Ένα ενδεχόμενο νέο σοκ στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα συμπαρασύρει ακαριαία το κόστος παραγωγής και μεταφοράς στην Ελλάδα, πυροδοτώντας ένα νέο ντόμινο ανατιμήσεων.
Την ίδια στιγμή, οι εγχώριες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά βρίσκονται εγκλωβισμένα στη μέγγενη της νομισματικής σύσφιξης. Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει εκ νέου τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο του 2026 παρατείνει μια ασφυκτική περίοδο υψηλού κόστους χρήματος. Ο ακριβός δανεισμός καθηλώνει τις ιδιωτικές επενδύσεις, στραγγαλίζει τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και διογκώνει το βάρος εξυπηρέτησης των υφιστάμενων δανειακών υποχρεώσεων.


Δημοσιονομικά αδιέξοδα και στενά περιθώρια ελιγμών
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η εικόνα απέχει παρασάγγας από το να χαρακτηριστεί άνετη. Τα μέτρα και οι παροχές που εξαγγέλθηκαν απορροφούν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για τα επόμενα έτη. Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής προειδοποιεί ευθέως: τα περιθώρια της Πολιτείας για την αντιμετώπιση αστάθμητων παραγόντων ή για την παροχή νέων μέτρων στήριξης έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί. Σε περίπτωση που εκδηλωθεί μια νέα εξωγενής διαταραχή, η ελληνική οικονομία θα βρεθεί γυμνή, χωρίς τα αναγκαία δημοσιονομικά αποθέματα για να απορροφήσει τους κραδασμούς.
Παράλληλα, οι αναταράξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση γύρω από την τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων και οι προσπάθειες διαφόρων κρατών-μελών για εξαιρέσεις υποσκάπτουν την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού πλαισίου εποπτείας, δημιουργώντας ένα κλίμα γενικευμένης αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές ομολόγων.


Οι χρόνιες ανοιχτές πληγές που αντιμετωπίζει η οικονομία
Πέραν όμως από τους πρόσκαιρους κλυδωνισμούς, η έκθεση φέρνει στην επιφάνεια τις χρόνιες, βαθιές παθήσεις που κρατούν την ελληνική οικονομία καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας:
Το επενδυτικό κενό: Παρά τις διακηρύξεις για επενδυτική άνοιξη, η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου παραμένει τεράστια, αποδεικνύοντας ότι οι επενδύσεις στη χώρα δεν κατευθύνονται ακόμα σε επαρκή βαθμό σε παραγωγικές και τεχνολογικές υποδομές.
Η καθηλωμένη παραγωγικότητα: Η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται στο ταπεινωτικό 55% του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει την αδυναμία του εγχώριου παραγωγικού μοντέλου να ενσωματώσει την καινοτομία, να εκσυγχρονίσει τις δομές του και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το ανοιχτό τραύμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών: Το επίμονο έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο υπενθυμίζει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο ότι η χώρα συνεχίζει να καταναλώνει πολύ περισσότερα από όσα παράγει. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές παραμένει δομική, ενώ η εγχώρια παραγωγή αδυνατεί να σταθεί με αξιώσεις στη διεθνή ανταγωνιστική σκακιέρα.


Η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής δεν αφήνει πολλά περιθώρια για πανηγυρισμούς. Η θετική πορεία των αριθμών δεν φτάνει στην πραγματική οικονομία, όσο αυτή κατατρώγεται από τον πληθωρισμό, την έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων και την ακρίβεια.
