Ακόμα και όσοι δεν ξέρουμε τι σημαίνει «enshittification», σίγουρα το έχουμε ζήσει. Μια κατά λέξη απόδοση θα ήταν «σκατοποίηση», όσο και αν μας ακούγεται αηδιαστικό.
O όρος αναφέρεται στην εσκεμμένη σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος, ως επιχειρηματική πρακτική, με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Ο χρήστης της υπηρεσίας, που συνήθως είναι μια δημοφιλής ψηφιακή πλατφόρμα (social media, μηχανή αναζήτησης, εφαρμογή streaming), αφού πρώτα έχει «δεθεί» μαζί της, αναγκάζεται να πληρώσει συνδρομή ή περισσότερα χρήματα για να διατηρήσει ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που στην αρχή ήταν δεδομένο.
Eμπνευστής του νεολογισμού enshittification είναι ο καναδός συγγραφέας δημοσιογράφος και ακτιβιστής Κόρι Ντοκτόροφ (2022). Πλέον ο όρος έχει καθιερωθεί διεθνώς, έχει γίνει αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας και λήμμα σε έγκριτα λεξικά.

Συναινέστε ή πληρώστε
Όσοι έχουν Facebook, Instagram ή Χ (το πρώην twitter), ακόμα και όσοι μπαίνουν στο Υοutube, το γνωρίζουν καλά. Αν δεν θες να σου πετάγονται κάθε τρεις και λίγο ενοχλητικές διαφημίσεις, πρέπει να πληρώσεις για την αναβαθμισμένη συνδρομητική έκδοση. Κι άντε, πες ότι με τις διαφημίσεις την παλεύεις, δεν είναι όμως μόνο αυτό. Σταδιακά αφαιρούνται λειτουργίες που περιλαμβάνονταν στο «στάνταρ» πακέτο, μπαίνουν εμπόδια και φίλτρα που δυσχεραίνουν τον χρήστη ή αναγκάζεσαι να συναινέσεις στην επεξεργασία των προσωπικών σου δεδομένων, με το εκβιαστικό δίλημμα «pay or consent».
Θυμίζει παλιά εμπορικά κόλπα, που υπήρχαν αιώνες πριν το ίντερνετ. Σου δίνουν πρώτα ένα δωρεάν «τυράκι» να σε γλυκάνουν και μετά ακολουθεί η φάκα της πληρωμής. Μια ιδιαιτερότητα του ψηφιακού enshittification είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένες αθέμιτες πρακτικές, αλλά για συντονισμένη μέθοδο χειραγώγησης και κερδοσκοπίας, με πρωτοπόρα την Big Tech.
Ξεκινάς με τη χρήση μιας πλατφόρμας που σου προσφέρει καινοτόμες υπηρεσίες που σταδιακά σου γίνονται απαραίτητες και πριν το καταλάβεις γίνεσαι πελάτης-καταναλωτής και προϊόν ταυτόχρονα. Τα προσωπικά σου στοιχεία γίνονται αντικείμενο αγοραπωλησίας. Ο λογαριασμός σου πλημμυρίζει από χορηγούμενες αναρτήσεις και προϊόντα «προώθησης». Ακόμα και να θες να αποχωρήσεις από την πλατφόρμα, δεν το κάνεις, αφού βασίζεσαι σε αυτήν για μια σειρά καθημερινές λειτουργίες. Βρίσκεσαι σε ένα ψηφιακό Ηotel California – όπως το τραγούδι των Εagles: Μπορείς να κάνεις «check out», όποτε θες, αλλά δεν μπορείς ποτέ να φύγεις πραγματικά.

Πότε έγιναν όλα τόσο σκ@τά;
Το enshittification δεν αφορά μόνο τους ατομικούς χρήστες ψηφιακών υπηρεσιών, αλλά και τις επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τις πλατφόρμες και τα «ψαχτήρια». Αν θέλουν να διατηρήσουν διαύλους επικοινωνίας με το κοινό τους, αναγκάζονται να πληρώσουν υψηλότερες τιμές, ακόμα και για χειρότερης ποιότητας υπηρεσίες, επειδή δεν έχουν εναλλακτική.
«Αρκετά με τo enshittification. H ποιότητα δεν είναι επιλογή!», δηλώνουν 13 ενώσεις καταναλωτών από 12 ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, αναλαμβάνοντας συντονισμένη δράση. Από τη χώρα μας συμμετέχουν η Ένωση Καταναλωτών η «Ποιότητα Ζωής» – ΕΚΠΟΙΖΩ και το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών – ΚΕΠΚΑ.
Με επιστολή προς την κυβέρνηση, τα αρμόδια υπουργεία και τις αρχές, οι οργανώσεις των καταναλωτών ζητούν να ακούσουν τις διαμαρτυρίες τους για τις επιπτώσεις από την υποβάθμιση της ποιότητας των ψηφιακών υπηρεσιών και να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα.
Υπογραμμίζουν ότι το φαινόμενο του enshittification, εντοπίζεται καταρχάς στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Επεκτείνεται και σε άλλους τομείς της αγοράς, από τις μεταφορές έως τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Επηρεάζει τόσο τους καταναλωτές αλλά και την κοινωνία στο σύνολό της. Παράλληλα, η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση του δημόσιου τομέα από τους γίγαντες της Βig Tech, καθιστά εν δυνάμει τις κρατικές αρχές «ομήρους» πολυεθνικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Για τον λόγο αυτό, συμπληρωματικά με την πρωτοβουλία των 13 ενώσεων καταναλωτών, έχει ξεκινήσει αντίστοιχη δράση από 29 οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και εμπειρογνώμονες. Με επιστολή τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητάνε να περιοριστεί η εξάρτηση από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες και προειδοποιούν για τους κινδύνους της χαλάρωσης του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις αγορές.
To νορβηγικό μανιφέστο ενάντια στα ψηφιακά δεσμά
Breaking Free: Το μανιφέστο της ψηφιακής απελευθέρωσης
Το Νορβηγικό Συμβούλιο Καταναλωτών (Forbrukerrådet), το οποίο συμμετέχει στην πρωτοβουλία των 12 φορέων δημοσίευσε νέα μελέτη με τον τίτλο Βreaking free:Pathways to a fair technological future (Απελευθέρωση: Ο δρόμος προς ένα δίκαιο τεχνολογικό μέλλον).
Η μελέτη ερευνά το φαινόμενο του «enshittification», τις επιπτώσεις του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και προτείνει δράσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Το banner της πρωτοβουλίας κατά του Εnshittification – πηγή: ΕΚΠΟΙΖΩ
Το φαινόμενο του «βραστού βατράχου»
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, βασικό χαρακτηριστικό του enshittification, είναι ότι εκτυλίσσεται κλιμακωτά, μεταφέροντας αξία από τους χρήστες και τις επιχειρήσεις στις ίδιες τις πλατφόρμες και τους μετόχους τους. Η μέθοδος θυμίζει τον βάτραχο, που βράζει ζωντανός στην κατσαρόλα, καθώς η θερμοκρασία αυξάνεται σταδιακά.
1ο στάδιο: Προσέλκυση χρηστών
Μια νέα υπηρεσία λανσάρεται ως καινοτόμα και φιλική προς τον χρήστη, συχνά σε πολύ χαμηλή ή μηδενική τιμή. Η εταιρεία μπορεί αρχικά να λειτουργεί με ζημία για να αποκτήσει μεγάλη βάση χρηστών. Όσο αυξάνεται η δημοτικότητά της, οι χρήστες «κλειδώνονται» στην πλατφόρμα — είτε επειδή βρίσκονται εκεί οι φίλοι και οι πελάτες τους είτε λόγω τεχνικών εμποδίων μεταφοράς δεδομένων.
Για παράδειγμα, η Meta (Facebook, Instagram) ξεκίνησε ως μέσο σύνδεσης με τους φίλους και την οικογένεια και σταδιακά γέμισε τις ροές με διαφημίσεις, προωθημένο περιεχόμενο και υλικό χαμηλής ποιότητας. Παράλληλα, εισήγαγε μοντέλα «pay-or-consent» όπου ο χρήστης πληρώνει αν δεν θέλει τα δεδομένα του να αξιοποιούνται διαφημιστικά.
2ο στάδιο: Εξυπηρέτηση επιχειρηματικών πελατών εις βάρος των χρηστών
Αφού «κλειδώσει» το κοινό, η πλατφόρμα μετατοπίζει την προτεραιότητα προς διαφημιστές και πωλητές. Αυξάνει τις διαφημίσεις, τροποποιεί αλγορίθμους ώστε να προωθούν χορηγούμενο περιεχόμενο και περιορίζει τον έλεγχο του χρήστη στην εμπειρία του.
Σε άλλες περιπτώσεις, εταιρείες αφαιρούν λειτουργίες, τοποθετούν paywalls σε ήδη αγορασμένα προϊόντα ή εντείνουν τη συλλογή προσωπικών δεδομένων.
3ο στάδιο: Εκμετάλλευση και των επιχειρήσεων
Όταν και οι επιχειρήσεις εξαρτώνται από την πλατφόρμα, αρχίζει η αύξηση τιμών και περιορισμών και προς αυτές. Οι διαφημίσεις ακριβαίνουν και οι εταιρείες καλούνται να πληρώσουν ακόμη και για να προσεγγίσουν το ήδη υπάρχον κοινό τους.
Για παράδειγμα, η Amazon κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί δεδομένα τρίτων πωλητών για να δημιουργεί ανταγωνιστικά προϊόντα και να τα προωθεί στην ίδια της την πλατφόρμα.
Αντίστοιχα, η Google επιτρέπει σε επιχειρήσεις να αγοράζουν διαφημιστικό χώρο πάνω σε λέξεις-κλειδιά ανταγωνιστών, αναγκάζοντας τις ίδιες τις εταιρείες να πληρώνουν για να εμφανίζονται πρώτες στο όνομά τους.
Τι ζητάνε οι καταναλωτικές ενώσεις
«Το δικαίωμα στην ποιότητα δεν είναι διαπραγματεύσιμο», δηλώνουν οι καταναλωτικές ενώσεις, και ζητάνε από τις εταιρείες να μην προβαίνουν στις πρακτικές «σκ…ποίησης».
Εκτός από την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ώστε να αποτρέπονται οι «αδικαιολόγητες υποβαθμίσεις», ζητάνε να εφαρμόζεται πιο αυστηρά η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, με αποτρεπτικά πρόστιμα. Ως θετικό μέτρο προτείνεται η χρηματοδότηση πρωτοβουλιών για την ανάπτυξη, συντήρηση ή βελτίωση εναλλακτικών ψηφιακών υπηρεσιών και υποδομών που βασίζονται σε ανοιχτό κώδικα και ανοιχτά πρωτόκολλα
