Σχεδόν 93 εκατ. άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ένωση – 20,9% του συνολικού πληθυσμού – διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025. Μεταξύ αυτών, 5,7 εκατομμύρια αντιμετώπιζαν ταυτοχρόνως κίνδυνο φτώχειας, σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, ενώ ζούσαν σε νοικοκυριό με «πολύ χαμηλή ένταση εργασίας», που σημαίνει ότι συνολικά τα μέλη του εργάζονταν πολύ λίγο σε σχέση με τον διαθέσιμο χρόνο.
Τι σημαίνει, όμως, αυτό στην πράξη; Η απάντηση βρίσκεται στις καθημερινές στερήσεις, όπου η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ στην αδυναμία συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής – πάνω από έναν στους τέσσερις.
Σύμφωνα με τη φετινή έκθεση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης στην ΕΕ, το 2025 το 12,1% των κατοίκων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής (από 3,9% στην Κροατία έως 27,3% στην Ελλάδα), ενώ το 27,5% δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά μια εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι ανά έτος (από 10,6% στο Λουξεμβούργο έως 61,4% στη Ρουμανία).
Το 87,1% όσων ζουν στην Ελλάδα είχε δυσκολία να τα βγάλει πέρα το 2025 – Το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ


Η οικονομική δυσχέρεια επηρεάζει επίσης τη διατροφή και την πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το 8,5% των κατοίκων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταναλώνει ένα γεύμα με κρέας, κοτόπουλο, ψάρι (ή χορτοφαγικό ισοδύναμο) κάθε δεύτερη μέρα (από 1,2% στην Κύπρο έως 18,1% στη Ρουμανία) και ένα 2,0% αδυνατούσε να έχει οικιακή σύνδεση στο διαδίκτυο (από 0,1% στη Φινλανδία έως 6,2% στη Ρουμανία).
Eurostat: Τα στοιχεία για το 2025 – Ιδιαιτέρως ευάλωτα τα παιδιά
Η στέρηση δεν πλήττει όλους εξίσου, ενώ τα παιδιά αποδεικνύονται ιδιαιτέρως ευάλωτα. Το 2025, το 7,9% των παιδιών αντιμετώπιζε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, ενώ στον ευρύτερο δείκτη του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το ποσοστό τους έφτανε το 24,3%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση στην ΕΕ αντιμετώπισε το 6,3%, λίγο μειωμένο από 6,4% το 2024. Ανά κατηγορία, το ποσοστό στις γυναίκες ήταν υψηλότερο σε σχέση με τους άνδρες (6,6% έναντι 6,0%). Ακριβώς το ίδιο ποσοστό (6,3%) κατέγραψαν όσοι βρίσκονταν σε ηλικία εργασίας και αρκετά χαμηλότερο οι ηλικιωμένοι (4,9%).
Τα παιδιά αντιμετώπιζαν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού σε περίπου τις μισές χώρες της ΕΕ. Στο σύνολο της Ένωσης, το χαμηλότερο ποσοστό όσων διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025 κατεγράφη στις ηλικίες 65+ (18,8%).


Στην Ισπανία, το ποσοστό για τα παιδιά (33,8%) ήταν 8,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αμέσως επόμενο ποσοστό (25,7% για τα άτομα σε ηλικία εργασίας). Στη Δανία, στην Ολλανδία και στη Φινλανδία, τα άτομα σε ηλικία εργασίας παρουσίαζαν το υψηλότερο ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Σε εννέα χώρες της ΕΕ, οι ηλικιωμένοι αντιμετώπιζαν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Στην Κροατία, το ποσοστό για τους ηλικιωμένους (40,0%) ήταν 24,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αμέσως υψηλότερο ποσοστό (15,7% για τα παιδιά).
Να σημειωθεί ότι στα παιδιά ηλικίας από 3 ετών έως την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό αναλογούν λιγότερες ώρες τυπικής φροντίδας ή εκπαίδευσης. Ανάμεσα σε όσα συμμετέχουν έστω μία ώρα την εβδομάδα, στο 70% εξ αυτών αναλογούν 25 ώρες ή περισσότερες, έναντι 79% των παιδιών που δεν κινδυνεύουν.


Όσοι ζουν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά κινδυνεύουν συνολικά περισσότερο (22,1% έναντι 19,8% όσων ζουν σε νοικοκυριά χωρίς παιδιά), ενώ στα μονογονεϊκά νοικοκυριά το 22,4% των ατόμων κάτω των 65 ετών ζει με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 8,0%.
Οι παράγοντες της εκπαίδευσης και της εργασίας
Το 2025, κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού διέτρεχε περισσότερο από το ένα τρίτο (34,2%) των ενηλίκων ηλικίας 18 ετών και άνω στην ΕΕ με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης (όχι πάνω από την κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση). Αντιθέτως, το ποσοστό ήταν 10,3% για όσους είχαν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης (που είχαν ολοκληρώσει τουλάχιστον ένα επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης).
Όσον αφορά την κατάσταση απασχόλησής τους, το κατά πολύ υψηλότερο ποσοστό ενηλίκων στην ΕΕ που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025 αφορούσε τους ανέργους (66,3%), ακολουθούμενους από άλλα μη ενεργά άτομα (44,3%). Λιγότερο από το ένα πέμπτο (17,6%) των συνταξιούχων και το 10,9% των απασχολουμένων διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.


Ο κίνδυνος φτώχειας δεν αφορά μόνο όσους δεν εργάζονται. Το 8,3% των ατόμων 18 ετών και άνω που δήλωναν ότι εργάζονται (μισθωτοί ή αυτοαπασχολούμενοι) διέτρεχε κίνδυνο φτώχειας στην ΕΕ το 2025, με τους άνδρες (9,0%) να εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό από τις γυναίκες (7,5%). Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στη Βουλγαρία (11,5%) και το χαμηλότερο στη Φινλανδία (3,1%).
Η αναπηρία επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την εικόνα. Το 28,8% των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω που ανέφεραν κάποιας μορφής αναπηρία διέτρεχε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έναντι 17,7% όσων δεν είχαν αναπηρία. Ακόμα και ανάμεσα στους απασχολούμενους ηλικίας 18 ετών και άνω, το 10,1% όσων ανέφεραν αναπηρία κινδύνευε από φτώχεια, σε σύγκριση με 8,0% όσων δεν είχαν.


Η εικόνα στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, οι δείκτες της Eurostat περιγράφουν μια ιδιαίτερα απαιτητική καθημερινότητα. Το 87,1% των κατοίκων είχε τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, όταν ο μέσος όρος της Ένωσης ήταν 42,5%.
Επίσης, το 26,4% ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους στη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, έναντι 7,7% στο σύνολο της Ένωσης, ενώ το 18,1% δεν μπορούσε να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, έναντι 8,8% του μέσου όρου.


Το 14,9% βίωνε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, με μόνο τη Ρουμανία (16,8%) και τη Βουλγαρία (15,0%) να καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά από τη χώρα μας. Το 67,2% θεωρούσε τον εαυτό του φτωχό, πολύ πάνω από το εύρος των περισσότερων χωρών της ΕΕ (7,1% έως 23,4%), με τη Βουλγαρία (36,1%) να είναι η μόνη άλλη χώρα πάνω από αυτό το εύρος.
Στην υγεία, και οι 13 ελληνικές περιφέρειες κατέγραψαν υψηλότερα ποσοστά μη καλυπτόμενων αναγκών για ιατρική εξέταση (λόγω κόστους, απόστασης ή λιστών αναμονής) από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια της ΕΕ, από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο, έναντι 2,4% στο σύνολο της ΕΕ το 2025.
Τέλος, το πραγματικό διάμεσο εισόδημα ήταν 22,3% χαμηλότερο το 2025 σε σχέση με το 2010, όταν στο σύνολο της ΕΕ ήταν 25,4% υψηλότερο.


