Το ταμείο είναι μείον για τα ελληνικά νοικοκυριά, τα οποία για άλλη μια φορά αναδεικνύονται ουραγοί στην αποταμίευση, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Εurostat για το α΄ τρίμηνο του 2026. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα έχει τον δεύτερο υψηλότερο αρνητικό ρυθμό αποταμίευσης στην ΕΕ, με μείωση κατά -3,7 ποσοστιαίες μονάδες, σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2025.
Πρωταθλητές σε όσους βάζουν χέρι στον κουμπαρά είναι οι Ρουμάνοι, με αρνητική αποταμίευση κατά -5,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Ελλάδα είχε επίσης τη δεύτερη μεγαλύτερη τριμηνιαία μείωση στο μεικτό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, κατά -2,5%, πίσω από τη Ρουμανία που είχε μείωση -8,1%
Όταν όμως επικεντρώνουμε στους δείκτες της Eurostat για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, μετά την επίδραση του πληθωρισμού (χωρίς την εποχική διόρθωση), η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, με πτώση -3,65%, ξεπερνώντας τη Ρουμανία (-3,15%), σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία.

Η Ελλάδα είχε τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην αποταμίευση μετά τη Ρουμανία -πηγή: Εurostat (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
Tρώμε από τα έτοιμα;
Μολονότι βλέπουν το πραγματικό εισόδημα να υποχωρεί, τα ελληνικά νοικοκυριά αυξάνουν την κατανάλωση αντέχει με τριμηνιαία αύξηση των ατομικών δαπανών κατά 1,2%.
Η απόκλιση μεταξύ εισοδήματος και ατομικής κατανάλωσης δείχνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά συνεχίζουν να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες αντλώντας χρήματα είτε από τις αποταμιεύσεις τους είτε μέσω δανεισμού, είτε από άλλες πηγές, της γκρίζας ή άτυπης οικονομίας.


Eίμαστε ουραγοί στις επενδύσεις των νοικοκυριών, με τη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ (-0,7 π.μονάδες)
Oυραγός στις επενδύσεις τα ελληνικά νοικοκυριά
Από όλους τους δείκτες που καταγράφει η Εurostat για την Ελλάδα, οι πλέον αρνητικοί, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες, αφορούν τις επενδύσεις.
Τα ελληνικά νοικοκυριά μείωσαν τις επενδύσεις κατά μειώθηκε κατά -0,7 ποσοστιαίες μονάδες, η χειρότερη επίδοση ανάμεσα σε όλα τα κράτη μέλη που εξετάστηκαν.
Πολύ πιο κρίσιμο όμως είναι το μέγεθος των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες για τα νοικοκυριά αναφέρονται κυρίως στην κατοικία (αγορά ή ανακαίνιση σπιτιού). Για τα ελληνικά νοικοκυριά ο συγκεκριμένος δείκτης κυριολεκτικά βούλιαξε, κατά -11,8% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Πρόκειται μακράν για τη μεγαλύτερη πτώση ανάμεσα σε όλα τα κράτη με διαθέσιμα στοιχεία.
Συγκριτικά, οι χώρες με την αμέσως χειρότερη επίδοση είναι η Σουηδία και η Φινλανδία με -2,5% και -2,8%.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η Ρουμανία, μολονότι έχει τη μεγαλύτερη τριμηνιαία μείωση διαθέσιμου εισοδήματος και αποταμίευσης, έχει τα πρωτεία στις επενδύσεις. Συγκεκριμένα, το ποσοστό επενδύσεων των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι επενδύσεις σε σχηματισμό παγίου κεφαλαίου εκτοξεύθηκαν με ρυθμό 11,2%.
Η κατάρρευση στις επενδύσεις των νοικοκυριών σε κατοικίες έρχεται σε μια περίοδο που η στεγαστική κρίση παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Το γεγονός ότι τα νοικοκυριά επενδύουν λιγότερο σε ακίνητα, ενώ ταυτόχρονα η αγοραστική τους δύναμη περιορίζεται, ενισχύει την εικόνα μιας αγοράς όπου όλο και λιγότεροι Έλληνες μπορούν να αποκτήσουν ή να αναβαθμίσουν κατοικία μέσω ιδίων πόρων.

Κατά -2,5% μειώθηκε το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών το α’ τρίμηνο του 2026 – πηγή: Εurostat
Πίσω από τους δείκτες της Εurostat
Αν εξετάσουμε συνδυαστικά τους δείκτες της Εurostat για την Ελλάδα –αρνητική αποταμίευση, μείωση εισοδήματος, αύξηση κατανάλωσης και κατάρρευση στις επενδύσεις σε κατοικία- σχηματίζεται μια εξόχως προβληματική εικόνα. Τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν, τρώγοντας από τα έτοιμα για να διατηρήσουν το επίπεδο διαβίωσης. Πρόκειται για μια δυναμική που δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα, καθώς η εξάντληση των αποταμιεύσεων και η αποχή από επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο περιορίζουν το περιθώριο των νοικοκυριών να αντιμετωπίσουν μελλοντικές οικονομικές πιέσεις ή απρόβλεπτα έξοδα.
Σε επίπεδο Ευρωζώνης, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών παρέμεινε σταθερό το πρώτο τρίμηνο του 2026, μετά από αύξηση 0,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Η πραγματική κατά κεφαλήν κατανάλωση επίσης έμεινε σταθερή, μετά από αύξηση 0,5% το προηγούμενο τρίμηνο.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27, το αντίστοιχο εισόδημα αυξήθηκε κατά 0,1%, μετά από αύξηση 0,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Η πραγματική κατά κεφαλήν κατανάλωση μειώθηκε κατά 0,2, μετά από αύξηση 0,5% το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο.
Συνιστώσες του πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, το σταθερό επίπεδο του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών στην ζώνη του ευρώ και η ελαφρά αύξηση στην ΕΕ οφείλονται κυρίως στη θετική συμβολή των αμοιβών των εργαζομένων και των κοινωνικών παροχών, εκτός των κοινωνικών μεταβιβάσεων σε είδος, αναφέρει η Eurostat.
Αντίθετα, η μεγαλύτερη αρνητική συμβολή στη ζώνη του ευρώ προήλθε από το καθαρό εισόδημα από ακίνητη περιουσία και άλλες καθαρές τρέχουσες μεταβιβάσεις, ενώ στην ΕΕ προήλθε από τους τρέχοντες φόρους και τις καθαρές κοινωνικές εισφορές.
Αυξήθηκαν οι αποταμιεύσεις στην ΕΕ – σταθερές στην Ευρωζώνη
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, το ποσοστό αποταμίευσης παρέμεινε σταθερό στη ζώνη του ευρώ και αυξήθηκε κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στην ΕΕ, σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία δημοσιεύονται στοιχεία από τη Eurostat, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών αυξήθηκε σε επτά κράτη μέλη και μειώθηκε σε εννέα. Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στην Ουγγαρία με 3,4 ποσοστιαίες μονάδες. Μετά τη Ρουμανία και την Ελλάδα (-5,3 π.π. και -3,7 π.π.), την τρίτη μεγαλύτερη μείωση είχε η Αυστρία, κατά -2,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο ρυθμός επενδύσεων των νοικοκυριών σημειώνει ελαφρά μείωση τόσο στη ζώνη του ευρώ όσο και στην ΕΕ
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο ρυθμός επενδύσεων των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα τόσο στη ζώνη του ευρώ όσο και στην ΕΕ, σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία δημοσιεύονται στοιχεία, ο ρυθμός επενδύσεων των νοικοκυριών αυξήθηκε σε τέσσερα κράτη μέλη, παρέμεινε σταθερός σε ένα και μειώθηκε σε έντεκα. Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στη Ρουμανία (+2,2 π.π), ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στην Ελλάδα (-0,7 π.π.).
