Η οικονομία είναι ψυχολογία και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, προσπαθεί με κάθε τρόπο να αναπτερώσει το καταρρακωμένο ηθικό των νοικοκυριών με ένα αφήγημα πασπαλισμένο με ολίγον από εικονική ευημερία και ολίγον από εισοδηματική ανάταξη. Κάποια στοιχεία όμως είναι επίμονα (βλέπε αγοραστική δύναμη) και η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να καμουφλαριστεί…
Η πενιχρή αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό συνοδεύτηκε και με στατιστικά στοιχεία σε μια προσπάθεια να αλλάξει η εικόνα που είναι ιδιαιτέρως βεβαρυμένη εξαιτίας της ακρίβειας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του, έγραψε πως «η Ελλάδα πλέον βρίσκεται στην 11η θέση ανάμεσα στις 22 χώρες της ΕΕ που έχουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό σε ό,τι αφορά το ύψος του μικτού βασικού μισθού και στην 13η θέση ως προς την αγοραστική δύναμη».
Ο καταναλωτής στην Ελλάδα μπορεί να αγοράσει με τα ίδια χρήματα το 70% των προϊόντων που παίρνει ο μέσος Ευρωπαίος, δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat
Όμως, τα τελευταία στοιχεία της Eurostat είναι αμείλικτα και έδειξαν ότι οι Έλληνες παραμένουν προτελευταίοι σε αγοραστική δύναμη σε όλη την Ε.Ε. (26η μεταξύ των 27 της Ε.Ε.), ξεπερνώντας μόνον τη Βουλγαρία. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να παραμένει πολύ κάτω από το 2008, πριν δηλαδή ξεσπάσει η κρίση χρέους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες που γνώρισαν τα μνημόνια, όπως η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία. Στις χώρες αυτές η αγοραστική δύναμη είτε πλησίασε αρκετά στα προ κρίσης επίπεδα είτε την έχει ξεπεράσει κατά πολύ, όπως στην περίπτωση της Ιρλανδίας.


Προτελευταίοι σε αγοραστική δύναμη σε όλη την Ε.Ε. οι Έλληνες
Μεγάλες διαφορές
Η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία δημοσιοποίησε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2024 προσαρμοσμένο σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης. Ο δείκτης αυτός λαμβάνει υπόψη το εισόδημα (κατά κεφαλήν ΑΕΠ), αλλά ταυτόχρονα και το κόστος ζωής. Μετριέται σε μονάδες, όπου 100 είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε για την Ελλάδα στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ το 2024, από 69% το 2023 και 64% το 2021. Ηταν όμως 93 μονάδες το 2008 και το 2009, έχοντας υποχωρήσει έως τις 62 μονάδες το 2020.
Το 70 για την Ελλάδα σημαίνει ότι ο Έλληνας και η Ελληνίδα μπορεί να αγοράσει με τα ίδια χρήματα το 70% που μπορεί να αγοράσει ο μέσος Ευρωπαίος.
Λίγο πιο κάτω, στην ανάρτησή του, ο πρωθυπουργός μας υπενθύμισε πόσο έχει αυξηθεί ο κατώτατος μισθός από το 2019 αλλά δεν μπήκε στον κόπο να αναφέρει πόσο έχουν αυξηθεί οι τιμές των βασικών καταναλωτικών προϊόντων ροκανίζοντας τα εισοδήματα των νοικοκυριών με μεγαλύτερη ταχύτητα από τις αυξήσεις.


Το 46% των εργαζομένων αμείβεται με κάτω από 1.000 ευρώ
Σύννεφα και στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας
Με τα υπάρχοντα δεδομένα ο ορυμαγδός των συνεχών «success story» δεν είναι αρκετός για να δουν χειροπιαστές αλλαγές στο πορτοφόλι τους τα ευάλωτα νοικοκυριά και η λεγόμενη μεσαία τάξη. Μάλιστα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, παραδέχθηκε στη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών (03/04), ότι το «46% των εργαζομένων αμείβεται αυτή τη στιγμή με κάτω από 1.000 ευρώ». Ένα ποσοστό που περιγράφει τους χαμηλούς μισθούς στη χώρα μας.
Αν εμβαθύνουμε λίγο παραπέρα και χωρίς κανείς μέχρι σήμερα να μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ελληνική οικονομία έχει μία από τις καλύτερες αναπτυξιακές επιδόσεις στην Ε.Ε. (από το 2022) ένα σύννεφο στην ανοδική πορεία πλανάται για το 2025 και το 2026.
Η ανάλυση του αμερικανικού επιστημονικού ινστιτούτου Levy αμφισβητεί κάποιες από τις εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, κόντρα στις προβλέψεις της κυβέρνησης, Ε.Ε., ΔΝΤ και ΟΟΣΑ, προβλέπουν για το 2026 μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 1,3%, κάμψη της κατανάλωσης, αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος και αναστροφή του πλεονάσματος στον κρατικό προϋπολογισμό σε έλλειμμα (έστω κι αν το πρωτογενές πλεόνασμα διατηρείται).


Μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 1,3% το 2026 σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ινστιτούτου Levy
Χρειάζονται «δραστικές αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας»
Οι προβλέψεις βασίζονται στο «αυξανόμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σε συνδυασμό με έλλειμμα στον ιδιωτικό τομέα (…)» εκτός εάν «υπάρξουν δραστικές αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, που να αντιστρέψουν τόσο τα εξωτερικά όσο και τα ιδιωτικά αρνητικά ισοζύγια».
Επιπλέον, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης «η αντικατάσταση των δημόσιων δαπανών που στηρίζουν το διαθέσιμο εισόδημα με έσοδα από πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων συνιστά συνταγή αποτυχίας (…)».