H Ευρώπη μετρά το κόστος από τον πόλεμο στο Ιράν: Ανησυχίες και για την αγορά εργασίας

Το καμπανάκι που χτύπησε ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν για απότομη άνοδο του πληθωρισμού στην Ευρώπη, όσο παρατείνεται ο πόλεμος σε Ιράν και Μέση Ανατολή, δεν ήταν η μόνη ανησυχητική πρόβλεψη.

Το άλμα στις τιμές ενέργειας, σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, πυροδοτεί ανησυχίες τόσο για τον πληθωρισμό, όσο και για τις ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, την κατανάλωση και την απασχόληση στην Ευρώπη.

Καθώς οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, οι οικονομολόγοι «ξεσκονίζουν» τα σενάρια πολέμου που έχουν στα συρτάρια τους και τα προσαρμόζουν στη νέα συγκυρία.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ευρώπη

Ένα από τα σενάρια που επιστρέφει ανανεωμένο είναι η μελέτη της ΕΚΤ για το τι θα συμβεί στην ευρωπαϊκή οικονομία σε περίπτωση διακοπής των ενεργειακών ροών από τη Μέση Ανατολή.

Η ανάλυση δημοσιοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 και περιλάμβανε ως δυσμενές σενάριο τη διακοπή του ενός τρίτου των ποσοτήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.

Οι εκτιμήσεις ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξες και προέβλεπαν αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 50%, στα 130 δολάρια το βαρέλι, από 80 που ήταν τότε. Καθώς η τιμή του πετρελαίου σήμερα ξεκινάει από χαμηλότερη βάση, τα περισσότερα σενάρια έχουν ως βραχυπρόθεσμο ορίζοντα τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Αντίστοιχα, η αύξηση στις τιμές ενέργειας, σύμφωνα πάντα με τα μοντέλα της ΕΚΤ, θα οδηγούσε σε μείωση της ανάπτυξης στην Ευρώπη κατά -0,6 ποσοστιαίες μονάδες και αύξηση του πληθωρισμού κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Επιπτώσεις στην απασχόληση

Όμως είναι ένα άλλο σενάριο της ΕΚΤ που μελετά τις επιπτώσεις της αύξησης των τιμών ενέργειας στην απασχόληση, που προκαλεί επίσης προβηματισμό. Σε μελέτη του 2025, Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προειδοποιήσει ότι μια μόνιμη αύξηση 10% στις τιμές ενέργειας θα μπορούσε να μειώσει την απασχόληση στους πιο ενεργοβόρους κλάδους έως και κατά 2%.

Οι συνέπειες αυτές δεν θα είναι άμεσα κατανεμημένες, αλλά θα πλήξουν περισσότερο τις περιοχές με υψηλή συγκέντρωση βιομηχανικών δραστηριοτήτων, ενώ θα έχουν αλυσιδωτές συνέπειες και στις τοπικές οικονομίες.

Σενάρια ενεργειακού πολέμου

Αναλυτές προειδοποιούν πλέον για περαιτέρω πιέσεις στη βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη, καθώς η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας εντείνεται. Παράλληλα, ενισχύονται οι φωνές που ζητούν επιτάχυνση της μετάβασης στις ανανεώσιμες πηγές και μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Το Ινστιτούτο Bruegel, από τις πλέον έγκριτες «δεξαμενές σκέψης» (think tank) οικονομικών ερευνών, επισημαίνει ότι η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε γεωπολιτικούς κραδασμούς. Η εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα που διακινούνται σε ευμετάβλητες διεθνείς αγορές συνεχίζεται, ακόμα και αν έχει μετατοπιστεί από τη Ρωσία σε άλλους προμηθευτές, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ.

Ανησυχία για το φυσικό αέριο

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου ξεκίνησαν σε χαμηλότερα επίπεδα φέτος σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Στα τέλη Φεβρουαρίου ανέρχονταν σε 46 δισ. κυβικά μέτρα, έναντι 60 δισ. την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι και 77 δισ. το 2024. Τυχόν δυσκολίες στην αναπλήρωση των αποθηκών θα μπορούσαν να περιπλέξουν τον ενεργειακό σχεδιασμό και να αυξήσουν περαιτέρω το κόστος για τη βιομηχανία, καθώς οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου μετακυλίονται συνήθως και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, πλήττοντας ιδιαίτερα τους ενεργοβόρους κλάδους.

Ποιοι τομείς πλήττονται περισσότερο

Σύμφωνα με νέα έκθεση της συμβουλευτικής εταιρείας Oxford Economics, η Ευρώπη είναι πιθανό να πληγεί περισσότερο από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες (εξαιρουμένης της περιοχής του Περσικού Κόλπου).

Οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι εντονότερες σε χώρες όπως η Γερμανία, όπου η οικονομία βασίζεται σε ενεργοβόρους τομείς, όπως η χημική βιομηχανία, η αυτοκινητοβιομηχανία και η παραγωγή μηχανημάτων. Κλάδοι όπως η μεταλλοβιομηχανία και η τσιμεντοβιομηχανία βρίσκονται επίσης στο μάτι του κυκλώνα, με πιθανές αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε άλλους τομείς – όπως οι κατασκευές.

Ωστόσο η έκθεση της Οxford Economics εκτιμά ότι ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη της ευρωζώνης φέτος θα περιοριστεί σε 0,1 ποσοστιαία μονάδα — αντίστοιχος με την προβλεπόμενη επίδραση στο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση από τα ιστορικά υψηλά του 2022, οι τιμές ενέργειας στην ευρωζώνη παραμένουν αισθητά πάνω από τους μακροχρόνιους μέσους όρους. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αντιπροσωπεύει αυξανόμενο μερίδιο της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην ευρωζώνη. Για τα νοικοκυριά, οι τιμές επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από χρεώσεις δικτύου, φόρους και ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Αντίθετα, οι μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις εκτίθενται άμεσα στις διακυμάνσεις των τιμών στη χονδρική αγορά.

Μια νέα άνοδος στις τιμές χονδρικής τιμής του ρεύματος, ιδίως αν αποδειχθεί επίμονη, θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας — ιδίως κλάδων όπως τα χημικά, τα μέταλλα και το τσιμέντο. Οι επιχειρήσεις συχνά δεν μπορούν να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους πελάτες χωρίς να χάσουν μερίδιο αγοράς. Εάν το υψηλό ενεργειακό κόστος παγιωθεί, η μείωση των πωλήσεων ενδέχεται να οδηγήσει τελικά σε απώλειες θέσεων εργασίας.

Πόσες θέσεις εργασίας κινδυνεύουν

Για την αποτίμηση του αντικτύπου των υψηλών τιμών ενέργειας  στην απασχόληση, η ΕΚΤ ανέλυσε οικονομικά στοιχεία περίπου 200.000 μεταποιητικών επιχειρήσεων σε Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι μια μόνιμη αύξηση 10% στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να μειώσει την απασχόληση στις πιο ενεργοβόρες βιομηχανίες κατά 1% έως 2%.

Πέρα από τις άμεσες απώλειες, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι έμμεσες επιπτώσεις σε άλλους κλάδους, όπως οι υπηρεσίες. Εμπειρικά στοιχεία δείχνουν ότι οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας δημιουργούν αυξημένη ζήτηση για τοπικές υπηρεσίες, όπως εστίαση και λιανικό εμπόριο. Η απώλεια μίας θέσης εργασίας σε ενεργοβόρα επιχείρηση υψηλής τεχνολογίας μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια έως και πέντε επιπλέον θέσεων εργασίας σε συνδεδεμένους κλάδους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ NEA