Ο Νόμος για τη Βιομηχανική Επιτάχυνση (Industrial Accelerator Act – IAA) θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αναστρέψει τη βιομηχανική της παρακμή. Ωστόσο, οι επικριτές του καταφεύγουν στα παρωχημένα επιχειρήματα υπέρ της ελεύθερης αγοράς (laissez-faire), τα οποία μας οδήγησαν εξαρχής στα σημερινά προβλήματα.
Ένα νέο έγγραφο πολιτικής από τη δεξαμενή σκέψης Bruegel προβάλλει τη γνώριμη επιχειρηματολογία: εγκατάλειψη του στόχου του 20% για τη μεταποίηση, κατάργηση των κανόνων για το ευρωπαϊκό περιεχόμενο, διευκόλυνση των κινεζικών επενδύσεων και τυφλή εμπιστοσύνη στις αγορές. Η Ευρώπη, όμως, ακολουθεί αυτήν ακριβώς τη γραμμή εδώ και τρεις δεκαετίες με ελάχιστη επιτυχία, γεγονός που έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση της βιομηχανικής βάσης, αυξανόμενες εξαρτήσεις και εύθραυστες αλυσίδες εφοδιασμού, σημειώνει το Social Europe.
Το παραμύθι του ελεύθερου εμπορίου και η κινεζική κυριαρχία
Η έκθεση του Bruegel υπερασπίζεται τις απεριόριστες εισαγωγές κινεζικών πάνελ και μπαταριών στο όνομα του «ανταγωνισμού». Εντούτοις, ο πραγματικός ανταγωνισμός απαιτεί ίσους όρους παιχνιδιού. Ακόμη και το ίδιο το Bruegel παραδέχεται ότι η κυριαρχία της Κίνας στην καθαρή τεχνολογία είναι αποτέλεσμα δεκαετιών κρατικής στρατηγικής, επιδοτήσεων και ανάπτυξης παραγωγικής ικανότητας.
Η αποδοχή προϊόντων που πωλούνται κάτω του κόστους δεν συνιστά ανταγωνισμό, αλλά αποδοχή της βιομηχανικής πολιτικής μιας άλλης χώρας, ακριβώς επειδή η Ευρώπη στερείται δικής της. Το επιχείρημα ότι η Ευρώπη πρέπει να εξειδικευτεί σε ό,τι κάνει καλά και να εισάγει τα υπόλοιπα —βασισμένο στη θεωρία του ελεύθερου εμπορίου του 19ου αιώνα του Ντέιβιντ Ρικάρντο— είναι κομψό στα χαρτιά, αλλά κρύβει μια λανθασμένη παραδοχή: ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι στατικό. Στην πραγματικότητα, το συγκριτικό πλεονέκτημα χτίζεται.
Το κόστος των μπαταριών ιόντων λιθίου κατέρρευσε μέσα σε 15 χρόνια επειδή οι παραγωγοί στην Κίνα και την Κορέα έχτισαν κλίμακα, όχι λόγω κάποιου φυσικού πλεονεκτήματος. Οι απεριόριστες εισαγωγές απλώς εγκλωβίζουν τις υφιστάμενες ιεραρχίες.
Στην ηλιακή βιομηχανία, μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα ευρωπαϊκά φωτοβολταϊκά είναι 14,5% ακριβότερα σε όλη τη διάρκεια ζωής τους από τα κινεζικά, ποσοστό που θα μπορούσε να πέσει κάτω από το 10% με στοχευμένη στήριξη. Η πραγματική επιλογή δεν είναι μεταξύ φθηνής ή ακριβής ηλιακής ενέργειας, αλλά αφορά ένα περιορισμένο ασφάλιστρο που αγοράζει ανθεκτικότητα, θέσεις εργασίας και παραγωγική ικανότητα.
Το πραγματικό κόστος και οι απώλειες στην Ευρώπη
Η Ευρώπη πληρώνει ήδη βαρύ τίμημα για την έλλειψη στρατηγικής. Η γαλλική νεοφυής επιχείρηση Carbon εγκατέλειψε το σχέδιό της για ένα gigafactory φωτοβολταϊκών 3.000 θέσεων εργασίας στο Fos-sur-Mer λόγω έλλειψης κανονιστικής ορατότητας και εγγυήσεων.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι κανόνες ευρωπαϊκού περιεχομένου αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης, αλλά σε μια Ένωση με κεντρική τράπεζα και δημόσια τράπεζα επενδύσεων, το κόστος κεφαλαίου αποτελεί πολιτική επιλογή.
Η Ευρώπη διαθέτει αδρανή εργοστάσια και ένα ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα που ο Μάριο Ντράγκι τοποθετεί κοντά στα 800 δισεκατομμύρια ευρώ.
Όπως ανέδειξε η Μαριάνα Ματσουκάτο σε πρόσφατη έκθεσή της για την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC), μεταξύ των 300 μεγαλύτερων εισηγμένων μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών της Ευρώπης, οι καθαρές επενδύσεις μειώθηκαν από το 18,9% στο 7,4% των μεικτών κερδών μεταξύ 2000 και 2024.
Το Bruegel υποπίπτει στην «πλάνη της Νιρβάνα» (κατά τον Harold Demsetz), συγκρίνοντας δηλαδή τις ατελείς πολιτικές με ένα ανέφικτο ιδεώδες. Η απαίτηση συντριπτικών αποδείξεων για ανάληψη δράσης, ενώ δεν απαιτείται καμία απόδειξη για τη διατήρηση του status quo, δεν είναι ουδετερότητα, αλλά πολιτική επιλογή.
Τα εθνικά συμφέροντα πίσω από τις ιδεολογικές μάσκες
Οι διαιρέσεις γύρω από αυτό το ζήτημα διαπερνούν τόσο την προστατευτική αριστερά όσο και τη δεξιά της ελεύθερης αγοράς.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή προτίμηση για τα οχήματα, αλλά εναντιώνονται σε αυτήν για τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, ενώ οι προμηθευτές έχουν την αντίθετη άποψη.
Η Γαλλία προωθεί το εγχώριο περιεχόμενο, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία δίνουν έμφαση στην «ανταγωνιστικότητα».
Κυβερνήσεις όπως της Ουγγαρίας, της Ισπανίας και της Πολωνίας επιδοτούν επενδύσεις σε μπαταρίες, συμπεριλαμβανομένων κινεζικών πρότζεκτ.
Το αίτημα των συνδικάτων: Ένα ισχυρό «Made in Europe»
Τα συνδικάτα διεκδικούν μια πολιτική κομμένη και ραμμένη στα ευρωπαϊκά συμφέροντα: μια πολιτική που θα δημιουργεί ποιοτικές νέες θέσεις εργασίας και θα ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Ο υφιστάμενος Νόμος (IAA) δεν πρέπει να στηριχθεί ως έχει, αλλά να ενισχυθεί. Μια πραγματική πολιτική «Made in Europe» πρέπει να συνδέει άμεσα τη στήριξη προς τις επιχειρήσεις με τον σεβασμό των εργασιακών δικαιωμάτων (όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις), τη δίκαιη φορολόγηση και τα περιβαλλοντικά πρότυπα. Επιπλέον, είναι υπερβολικά περιορισμένος, καθώς καλύπτει μόλις το 15% του μεταποιητικού τομέα και εφαρμόζεται μόνο μέσω των δημοσίων συμβάσεων (που αντιπροσωπεύουν το 14% του ΑΕΠ). Πρέπει να επεκταθεί σε κλάδους όπως ο ψηφιακός τομέας, τα φαρμακευτικά προϊόντα και οι σιδηρόδρομοι.
Σε ένα μόνο σημείο μπορεί κανείς να συμφωνήσει με το Bruegel: η αδράνεια έως το 2029 θα ήταν ολέθριο λάθος. Σε μια παγκόσμια οικονομία που καθίσταται ολοένα και πιο ασταθής, η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί ταχύτερα και πιο αποφασιστικά. Δεν υπάρχει πλέον χρόνος για χάσιμο σε ατέρμονες θεωρητικές αναζητήσεις.
