Σε μια συγκυρία όπου τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα έχουν απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος της ακρίβειας των τελευταίων ετών, η ανάγκη να ενισχυθούν οι αποδοχές και ο κατώτατος μισθός είναι προφανής. Το ερώτημα, ωστόσο παραμένει πώς αυτή η αύξηση θα περάσει στην πραγματική οικονομία χωρίς να μετατραπεί σε δυσβάστακτο κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που καλούνται να τη χρηματοδοτήσουν.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία, το 70% έως 90% της αύξησης κατευθύνεται άμεσα στην κατανάλωση
Η εμπειρία των προηγούμενων αυξήσεων δείχνει ότι ο κατώτατος μισθός λειτουργεί ως μοχλός τόνωσης της κατανάλωσης, αλλά ταυτόχρονα και ως τεστ αντοχών για την αγορά και τις επιχειρήσεις. Το στοίχημα είναι τα περισσότερα χρήματα να πάνε στην τσέπη των εργαζομένων και ταυτόχρονα ένα πλαίσιο να επιτρέψει στις ΜμΕ να «σηκώσουν» το βάρος
Ένα συντηρητικό σενάριο αύξησης του κατώτατου μισθού κατά 50 ευρώ μεικτά τον μήνα μεταφράζεται, μετά από κρατήσεις και εισφορές, σε περίπου 38–40 ευρώ καθαρά. Σε ετήσια βάση, αυτό σημαίνει 460-480 ευρώ επιπλέον καθαρό εισόδημα για κάθε εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο.
Για τα χαμηλά εισοδήματα, αυτά τα χρήματα δεν θα πάνε σε αποταμίευση. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία, το 70% έως 90% της αύξησης κατευθύνεται άμεσα στην κατανάλωση. Τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκιο και βασικές υπηρεσίες απορροφούν σχεδόν ολόκληρο το πρόσθετο εισόδημα, ιδιαίτερα σε μονοπρόσωπα νοικοκυριά ή οικογένειες με παιδιά.
Η επίδραση αυτή έχει και δημοσιονομική διάσταση. Από κάθε 100 ευρώ πρόσθετης κατανάλωσης, περίπου 20 με 24 ευρώ επιστρέφουν στο κράτος μέσω ΦΠΑ. Με απλά λόγια, από τα 480 ευρώ καθαρά που κερδίζει ετησίως ένας εργαζόμενος ο οποίος αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, τα 350–400 ευρώ καταλήγουν στην αγορά και έως 90 ευρώ επιστρέφουν στα δημόσια ταμεία. Δηλαδή ο κύκλος του χρήματος ενισχύει τόσο τη ζήτηση όσο και τα φορολογικά έσοδα.
Η δύσκολη καθημερινότητα
Ένας εργαζόμενος που ζει μόνος και αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, καταναλώνει σχεδόν όλο το πρόσθετο ποσό στην κατανάλωση, ενισχύοντας άμεσα την τοπική αγορά. Σε ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά, το όφελος συχνά κατευθύνεται σε ανελαστικές δαπάνες, όπως το ενοίκιο ή οι λογαριασμοί ενέργειας, λειτουργώντας ως ανάχωμα στην ακρίβεια. Σε μια οικογένεια με ένα παιδί, τα επιπλέον χρήματα καλύπτουν βασικές ανάγκες και αυξάνουν την πιθανότητα μικρών, αλλά κρίσιμων, καταναλωτικών αποφάσεων.
Και στις τρεις περιπτώσεις, το κοινό στοιχείο είναι ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν «χάνεται». Επιστρέφει στην αγορά και ενισχύει τη ζήτηση σε κλάδους πρώτης γραμμής.
Στην πράξη, η αύξηση του κατώτατου μισθού λειτουργεί διαφορετικά ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό, καθώς τα πρόσθετα χρήματα σπάνια πηγαίνουν για αποταμίευση. Ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό που αμείβεται με τον κατώτατο και βλέπει περίπου 480 ευρώ καθαρά περισσότερα τον χρόνο, διοχετεύει σχεδόν ολόκληρο το ποσό στην κατανάλωση. Τρόφιμα, βασικά είδη και καθημερινές υπηρεσίες απορροφούν το σύνολο σχεδόν της αύξησης, ενισχύοντας άμεσα την τοπική αγορά.
Σε ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά, όπου μόνο ο ένας εργάζεται με τον κατώτατο μισθό, το ίδιο ποσό λειτουργεί περισσότερο ως αντιστάθμισμα ανελαστικών δαπανών. Ενοίκιο, ενέργεια και λογαριασμοί απορροφούν σημαντικό μέρος της αύξησης, περιορίζοντας την πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό και αφήνοντας μικρό αλλά σταθερό χώρο για κατανάλωση. Η ενίσχυση είναι λιγότερο ορατή στην καθημερινή δαπάνη, αλλά σταθερή σε βάθος χρόνου.
Για μια οικογένεια με ένα παιδί, τα επιπλέον 480 ευρώ τον χρόνο λειτουργούν ως «μαξιλάρι» βασικών εξόδων. Το ποσό δεν αλλάζει θεαματικά το επίπεδο ζωής, αλλά αυξάνει την ανθεκτικότητα του νοικοκυριού απέναντι σε απρόβλεπτες δαπάνες και δημιουργεί υψηλό πολλαπλασιαστή κατανάλωσης, καθώς κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε αγαθά πρώτης ανάγκης.
Το πραγματικό κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Αν για τον εργαζόμενο η αύξηση σημαίνει καθαρό όφελος, για την επιχείρηση η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Το κόστος δεν περιορίζεται στον μισθό. Προστίθενται εργοδοτικές εισφορές, προσαυξήσεις για υπερωρίες ή εργασία σε αργίες.
Σε ένα μικρό κατάστημα λιανικής με δύο εργαζόμενους, μια αύξηση 50 ευρώ μεικτά ανά εργαζόμενο ανεβάζει το μηνιαίο κόστος κατά 120–130 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις εισφορές. Σε ετήσια βάση, η επιβάρυνση ξεπερνά τα 1.500 ευρώ. Για επιχειρήσεις με περιορισμένα περιθώρια κέρδους, αυτό το ποσό δεν είναι αμελητέο.
Στην εστίαση, το πρόβλημα γίνεται πιο έντονο. Οι προσαυξήσεις για βραδινή εργασία και Σαββατοκύριακα «μεγεθύνουν» την αύξηση, ενώ η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στις τιμές είναι περιορισμένη λόγω ανταγωνισμού. Συχνά, η προσαρμογή γίνεται μέσω μείωσης ωρών εργασίας ή καθυστέρησης νέων προσλήψεων.
Στον τουρισμό,η εποχικότητα δημιουργεί μια χρονική ασυμμετρία. Το αυξημένο μισθολογικό κόστος τρέχει όλο τον χρόνο, ενώ τα έσοδα συγκεντρώνονται σε λίγους μήνες, πιέζοντας τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.
Τα στοιχεία δείχνουν οτι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι αναγκαία και κοινωνικά επιβεβλημένη καθώς ενισχύει την αγορά ενισχύει την κατανάλωση και επιστρέφει μέρος του κόστους στο κράτος μέσω φόρων. Όμως, χωρίς παράλληλη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είτε μέσω μείωσης εισφορών, είτε μέσω στοχευμένων κινήτρων, το βάρος κινδυνεύει να μετατραπεί σε φρένο για την απασχόληση και τις επενδύσεις.
Πηγή: ΟΤ
