Χαμηλότερα από τα 800 ευρώ καθαρά τον μήνα παραμένει ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, μετά τις αυξήσεις που θα δοθούν από την 1η Απριλίου. Όπως ανακοίνωσε η κυβέρνηση, ο νέος κατώτατος μισθός «κλείδωσε» στα 920 ευρώ μικτά τον μήνα, από 880 που ίσχυε ως τώρα, με αύξηση 4,5%.
Το τελικό ποσό της αύξησης, ήταν χαμηλότερο από εκείνο που αρχικά διέρρεε, καθώς τα πρώτα αισιόδοξα σενάρια ανέφεραν ότι ο στόχος των 950 ευρώ μπορεί να πιαστεί ή και να ξεπεραστεί νωρίτερα από το 2027.
Το δυσμενές τοπίο που διαμορφώνει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με ανατιμήσεις σε ενέργεια, μεταφορές, τρόφιμα και έντονους φόβους για ακόμα υψηλότερο και επίμονο πληθωρισμό, έγειρε την πλάστιγγα υπέρ των «συγκρατημένων» αυξήσεων. Το επιχείρημα είναι ότι οι αρνητικές γεωπολιτικές εξελίξεις στενεύουν τα δημοσιονομικά περιθώρια και πιέζουν τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρότερες που πιθανόν δεν θα σήκωναν μεγαλύτερη αύξηση του μισθολογικού κόστους.

Μείωση αγοραστικής δύναμης
Το αντεπιχείρημα είναι ότι ακριβώς οι νέες αυτές ανατιμήσεις «εξαερώνουν» τις ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αφού πλήττουν άμεσα την αγοραστική δύναμη. Η μείωση του πραγματικού εισοδήματος είναι πιο έντονη για τους χαμηλόμισθους, που ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού για διατροφή και στέγαση. Πρόκειται για τις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών με τις μεγαλύτερες σωρευτικές ανατιμήσεις την τελευταία πενταετία (άνω του 38% στη διατροφή, 30% στη στέγαση).
Στην καλύτερη περίπτωση, «στο χέρι» μένουν 797 ευρώ καθαρά. Το ίδιο ισχύει και για τους κάτω των 30 ετών. – πηγή: υπ. Εργασίας
Πόσα χρήματα μένουν «στο χέρι»
Τα 40 ευρώ μικτά της αύξησης, αντιστοιχουν σε 29-35 ευρώ «στο χέρι», με τον καθαρό μισθό, να κυμαίνεται από 772 ως 797 ευρώ, ανάλογα με τον φορολογικό συντελεστή.
Ήδη οι πρώτες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζουν την αύξηση «ανεπαρκή και κατώτερη των περιστάσεων» (Χρηστίδης-ΠΑΣΟΚ), «αναιμική και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα» (Γαβρήλος-ΣΥΡΙΖΑ), «κοροϊδία» (ΚΚΕ), «λογιστική απάτη» (Νέα Αριστερά).
Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιμένει ότι οι σωρευτικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό από το 2019 ξεπερνάνε το 41,5%, άρα προσφέρουν μια επαρκή ασπίδα ασφαλείας από τον πληθωρισμό.
Σύμφωνα πάντως με τους υπολογισμούς του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το κοινωνικά αναγκαίο ποσό αναφοράς του κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ανέρχεται στα 1.052 ευρώ μικτά για το 2026.
Δηλαδή, ακόμα και μετά την αύξηση ο κατώτατος μισθός παραμένει τουλάχιστον 130 ευρώ χαμηλότερος από το κοινωνικά αναγκαίο «ελάχιστο κατώφλι».
Πώς ορίζεται το κατώφλι αξιοπρεπούς διαβίωσης
Ο γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Χρήστος Γούλας μας εξηγεί ότι το ποσό των 1052 ευρώ μικτά, που ορίζεται ως «κατώφλι» του κοινωνικά αναγκαίου κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης, είναι το 60% του διάμεσου μισθού, με βάση τον ΟΟΣΑ.
Πρόκειται για έναν κοινά αποδεκτό ορισμό για τον υπολογισμό του κατώτατου μισθού στη διεθνή βιβλιογραφία (δείκτης Κaitz), τον οποίο αναγνωρίζουν και οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών φορέων.
Όπως η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζουν το κατώφλι της φτώχειας στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, αντίστοιχα το 60% του διάμεσου μισθού χρησιμεύει ως κατώτατο όριο ασφαλείας από το φάσμα της σχετικής φτώχειας.
Ο κ. Γούλας μας διευκρινίζει ότι το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αντλεί τα στοιχεία αναφοράς για τον διάμεσο μισθό από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ, που όμως δεν περιλαμβάνει τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, μηδέν ως δέκα ατόμων.
Τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, που περιλαμβάνουν και τις πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις, υποδεικνύουν χαμηλότερο ποσό ως διάμεσο μισθό. Με τον τρόπο αυτό συμπαρασύρεται προς τα κάτω και το «κατώφλι» του 60% για τον κατώτατο. Όμως το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ θεωρεί ότι στα τσοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ δεν καταγράφουν την πραγματική εικόνα στην αγορά εργασίας, αφού δεν «πιάνουν» στα ραντάρ τους την αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία.
Αντιθέτως η βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ επιτρέπει μισθολογικές συγκρίσεις με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και είναι πιο κοντά στην πραγματική εικόνα.

Μισθοί και παραγωγικότητα
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι με 790 ευρώ το μήνα στο χέρι δεν μπορείς να ζήσεις αξιοπρεπώς. Όσοι πληρώνουν ενοίκιο, στεγαστικό δάνειο, λογαριασμούς ή μεγαλώνουν παιδί, χωρίς άλλες πηγές εισοδήματος, το γνωρίζουν από πρώτο χέρι όταν ο μισθός τελειώνει στα μέσα του μήνα ή νωρίτερα.
«Αντέχει» όμως η ελληνική οικονομία και η αγορά να ανεβάσει τον πήχη του κατώτατου μισθού πάνω από τα 1052 ευρώ; Ή μήπως κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε ανασχετικά για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και πιθανόν να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις, όπως υποστηρίζουν για παράδειγμα το ΙΟΒΕ και δευτερευόντως η ΤτΕ;
Ένα πάγιο επιχείρημα ενάντια στις υποτιθέμενα «αλόγιστες» αυξήσεις μισθών, είναι ότι στην Ελλάδα η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, όσο και σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν την κρίση.
Είναι χαρακτηριστική η ρήση του κεντρικού τραπεζίτη Γιάννη Στουρνάρα, ότι «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα» και ότι αν αυξήσουμε τους μισθούς χωρίς να αυξήσουμε αντίστοιχα την παραγωγικότητα, θα χρεωκοπήσουμε ως χώρα.
Κατώτατος μισθός και κατανάλωση
Ο οικονομολόγος του ΚΕΠΕ Βλάσης Μισσός, μας εξηγεί ότι οι μισθοί είναι τμήμα της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας. Επομένως η αύξηση στον κατώτατο μισθό, δεν υπονομεύει, αλλά συμβάλλει στην προστιθέμενη αξία, άρα και στη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας.
Επίσης, όσοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό έχουν υψηλή ροπή στην κατανάλωση. Με άλλα λόγια κάθε ευρώ που μπαίνει στην τσέπη ενός χαμηλόμισθου, βγαίνει αμέσως για να πληρωθούν τα βασικά έξοδα διαβίωσης. Έτσι κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού επιστρέφει στην πραγματική οικονομία.
Ο ερευνητής του ΚΕΠΕ θεωρεί ότι οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό έρχονται άλλη μια φορά πίσω από τις εξελίξεις. Η Ελλάδα συνεχίζει να συγκλίνει μισθολογικά με το «βαλκανικό» μοντέλο και όχι με τον μέσο όρο της ΕΕ. Έναν διαφορετικό δρόμο δείχνει η την Ισπανία, η οποία έχει δώσει πολύ υψηλότερες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, μολονότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της οικονομίας της εξαρτάται από τις υπηρεσίες (όπως και η Ελλάδα).
Μισθοί και πληθωρισμός
«Το επιχείρημα ότι αν αυξηθεί ο κατώτατος μισθός θα ξεφύγει ο πληθωρισμός, έχει καταρριφθεί εδώ και χρόνια», μας λέει ο Χρήστος Γούλας του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Ως παράδειγμα αναφέρει ότι οι διαδοχικές ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό δεν είχαν επίπτωση στον πληθωρισμό. «Επιπλέον μιλάμε για πολύ μικρή διαφορά, της τάξης των 20 με 30 ευρώ τον μήνα, για μια κοινωνική ομάδα η οποία βρίσκεται στα όρια της φτώχειας. Είναι αστείο να λέμε ότι θα τροφοδοτηθεί ο πληθωρισμός για αυτή την αύξηση. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ανταγωνιστικότητα. Αν μια επιχείρηση δεν μπορεί να δώσει έναν μισθό ο οποίος προστατεύει, έστω στοιχειωδώς, το προσωπικό της από τη φτώχεια, τότε γιατί να υπάρχει; Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να δούμε ευρύτερα το παραγωγικό σύστημα».
Αυξήσεις περιθωρίων κέρδους
Μια απάντηση στο ερώτημα αν αντέχει η οικονομία να δώσει υψηλότερους μισθούς, μας δίνουν οι καταστάσεις με τα κέρδη των επιχειρήσεων. Καταρχάς, σύμφωνα με τις εκθέσεις της ΤτΕ, το περιθώριο κέρδους των ελληνικών επιχειρήσεων εμφάνισε αξιοσημείωτη αύξηση την περίοδο της πληθωριστικής κρίσης-ενεργειακής κρίσης. Μόνο τη διετία 2021-22 ο ο δεικτης περιθωριου κέρδους αυξήθηκε σωρευτικά κατά 15%. Στο εμπόριο η σωρευτική αύξηση ξεπέρασε το 28% και στη βιομηχανία ανήλθε στο 21%.
Σύμφωνα με την ICAP CRIF, oι 5.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ελλάδας, σε εμπόριο, βιομηχανία, υπηρεσίες, με βάση τους τελευταίους ισολογισμούς (2024) είχαν αύξηση καθαρής κερδοφορίας της τάξης του 28,2%.
Επιχειρηματικά κέρδη το 2025
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ, η κερδοφορία των ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων το πρώτο εξάμηνο του 2025 διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα.
Το μερίδιο καθαρού κέρδους (οριζόμενο ως ο λόγος του καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος προς την καθαρή προστιθέμενη αξία), το οποίο εκφράζει την απόδοση του επιχειρηματικού τομέα σε όρους λειτουργικών κερδών, ανήλθε σε 25,7%, παρουσιάζοντας ανθεκτικότητα παρά την ήπια ενίσχυση του κόστους εργασίας.
«Αξιοσημείωτο είναι ότι, αν και μειωμένο συγκριτικά με το 2024 (26,9%), παρέμεινε υψηλότερο από τον τριετή μέσο όρο (2017-19) της προ πανδημίας περιόδου (25,2%). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις καλές επιδόσεις του βιομηχανικού, του κατασκευαστικού και του τουριστικού τομέα, την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας σε ένα περιβάλλον μακροοικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, συνδυαστικά με τις επιχορηγήσεις του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Επίσης, οι πληθωριστικές πιέσεις ευνόησαν την τιμολογιακή δύναμη των επιχειρήσεων, με έμφαση στους τομείς που χαρακτηρίζονται από χαμηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας και αντιμετωπίζουν υπερβάλλουσα ζήτηση έναντι περιορισμένης προσφοράς», σημειώνει η ΤτΕ.
Το ίδιο διάστημα, σημειώνει η ΤτΕ «συνεχίστηκε η αύξηση των συνολικών αμοιβών, καθώς και των αμοιβών ανά μισθωτό σε ονομαστικούς όρους, αν και μόνο οριακά σε πραγματικούς».
