Αντιμέτωπη με σοβαρές αναταράξεις βρίσκεται η παγκόσμια βιομηχανία λιπασμάτων, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τα προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές επηρεάζουν άμεσα την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων.
Οι εταιρείες του κλάδου μειώνουν ήδη την παραγωγή στα λιπάσματα, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις τροφίμων στο μέλλον.
Κεντρικό πρόβλημα αποτελεί η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από όπου μέχρι πρόσφατα διέρχονταν περίπου το 50% του παγκόσμιου εμπορίου θείου. Το θείο είναι βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως σε καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι, η σόγια και το ρύζι.
Οι τιμές του θείου έχουν αυξηθεί δραματικά
Στελέχη της αγοράς υποστηρίζουν ότι η κρίση έχει εξελιχθεί από πρόβλημα προμήθειας πρώτων υλών σε σοβαρό σοκ για ολόκληρη την αγορά λιπασμάτων. Ο φώσφορος, μαζί με το άζωτο και το κάλιο, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρεπτικά στοιχεία για τις καλλιέργειες, όμως η αγορά ήταν ήδη πιεσμένη λόγω της αυξημένης ζήτησης θείου από άλλους βιομηχανικούς κλάδους, όπως η παραγωγή μπαταριών.
Μειώνει την παραγωγή στα λιπάσματα η βιομηχανία
Μεγάλες εταιρείες παραγωγής λιπασμάτων έχουν ήδη περιορίσει τη δραστηριότητά τους. Η Mosaic, σύμφωνα με τους FT, μείωσε την παραγωγή φωσφορικών στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία, καθώς το υψηλό κόστος του θείου επηρεάζει σημαντικά την κερδοφορία.
Αντίστοιχα, η OCP προχώρησε σε πρόωρες εργασίες συντήρησης σε ορισμένες μονάδες παραγωγής, αν και δηλώνει ότι διαθέτει επαρκή στρατηγικά αποθέματα για να συνεχίσει προσωρινά τη λειτουργία της. Σύμφωνα με δηλώσεις των εκπροσώπων της, τα αποθέματα αυτά επιτρέπουν να συνεχίσουν την παραγωγή μέχρι το τέλος Ιουλίου.
«Φρένο» και στις εξαγωγές
Η Κίνα σταμάτησε προσωρινά τις εξαγωγές βασικών φωσφορικών λιπασμάτων τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο, ενώ χώρες όπως η Ινδία προσπαθούν να εξασφαλίσουν μεγάλες ποσότητες μέσω διεθνών διαγωνισμών πριν επιδεινωθεί περαιτέρω η αγορά. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ινδία προκήρυξε πρόσφατα διαγωνισμό για 1,6 εκατ. τόνους φωσφορικού λιπάσματος, ποσότητα ρεκόρ για έναν μόνο διαγωνισμό.
Παράλληλα, οι εξαγωγές από τη Σαουδική Αραβία έχουν μειωθεί αισθητά φτάνοντας σχεδόν το μισό, παρά τις προσπάθειες των παραγωγών (όπως η Ma’aden και η Sabic) να μεταφέρουν προϊόντα μέσω χερσαίων διαδρομών προς λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας.
Δραματική αύξηση της τιμής του θείου
Οι τιμές του θείου έχουν αυξηθεί δραματικά. Μέσα σε έναν χρόνο, από περίπου 150–180 δολάρια ανά τόνο, έφτασαν ακόμη και τα 900 ή 1.000 δολάρια, γεγονός που καθιστά την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων εξαιρετικά ακριβή και σε πολλές περιπτώσεις μη βιώσιμη οικονομικά.
Ακόμα κι αν καταφέρουν να εξασφαλίσουν θείο, τα οικονομικά δεδομένα για τους παραγωγούς φωσφορικών αλάτων «απλά δεν βγαίνουν όταν έχεις πολύ ακριβό εισαγόμενο θείο», δήλωσε ο επικεφαλής του τμήματος λιπασμάτων στην CRU. «Στην Κίνα αυτή τη στιγμή, τα περιθώρια κέρδους των φωσφορικών αλάτων είναι αρνητικά μόνο και μόνο από αυτές τις εισροές — και αυτό χωρίς να υπολογίζεται το κόστος επεξεργασίας».
Αν και αρχικά οι επιπτώσεις της κρίσης επικεντρώθηκαν στα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η αμμωνία και η ουρία, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά φωσφορικών ενδέχεται να ανακάμψει πιο αργά. Μάλιστα, περίπου το 30% του εμπορίου αμμωνίας περνούσε από τα Στενά του Ορμούζ πριν από τη σύγκρουση.
Το Μαρόκο και η Δυτική Σαχάρα διαθέτουν τα μεγαλύτερα αποθέματα φωσφορικών πετρωμάτων παγκοσμίως, τα οποία υφίστανται επεξεργασία με θειικό οξύ για την παραγωγή λιπάσματος. Ως αποτέλεσμα, πολλές εταιρείες αναζητούν εναλλακτικές λύσεις, επενδύοντας σε λιπάσματα που χρησιμοποιούν λιγότερο θείο ή σε νέες πηγές προμήθειας.
Αγορά «δύο ταχυτήτων»
Οι ειδικοί εκφράζουν επίσης ανησυχία ότι η αγορά λιπασμάτων εξελίσσεται πλέον σε μια αγορά «δύο ταχυτήτων». Οι οικονομικά ισχυρές χώρες εξακολουθούν να εξασφαλίζουν τις απαραίτητες ποσότητες, ενώ οι φτωχότερες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υψηλές τιμές.
Ήδη σε περιοχές της Υποσαχάριας Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας πολλοί αγρότες περιορίζουν τη χρήση λιπασμάτων ή καθυστερούν τις αγορές τους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις στις καλλιέργειες.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, οι συνέπειες αυτής της κρίσης ενδέχεται να φανούν από το επόμενο κιόλας έτος, με μικρότερες σοδειές και αυξημένο κίνδυνο επισιτιστικών προβλημάτων σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη.
