Η πρώτη αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων όταν ξέσπασε η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή ήταν να μετρήσουν τις επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας. Η δεύτερη ήταν να υπολογίσουν το κόστος για τους προϋπολογισμούς τους.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες το πετρέλαιο εκτινάχθηκε, το φυσικό αέριο ακολούθησε και οι φόβοι για έναν νέο πληθωριστικό κύκλο επέστρεψαν στην Ευρώπη.
Πέρα όμως από την καταγραφή της ζημιάς στην οικονομία,στις αγορές αναζητούν και τους κερδισμένους της κρίσης, από την κάλυψη των απωλειών στη ροή πετρελαίου. Η ταχύτητα με την οποία άλλοι παραγωγοί κάλυψαν μέρος του κενού που δημιουργήθηκε ήταν εντυπωσιακή.
Οι ΗΠΑ στο επίκεντρο
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής. Η παραγωγή κινείται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και οι εξαγωγές αμερικανικού αργού ενισχύθηκαν σημαντικά καθώς ευρωπαϊκά και ασιατικά διυλιστήρια αναζητούσαν εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Η ExxonMobil και η Chevron είδαν τη διεθνή ζήτηση για τα φορτία τους να αυξάνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα.
Ανάλογη εικόνα διαμορφώθηκε στη Νότια Αμερική. Η Βραζιλία κατέγραψε νέα ρεκόρ εξαγωγών και ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση της στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η Γουιάνα, η οποία πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχε στον ενεργειακό χάρτη, μετατρέπεται πλέον σε έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους παραγωγούς παγκοσμίως. Οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια αποδίδουν τώρα καρπούς σε ένα περιβάλλον αυξημένης ζήτησης.
Την ίδια ώρα, ακόμη και χώρες που αντιμετώπιζαν πολιτικά ή οικονομικά προβλήματα επωφελήθηκαν από τη συγκυρία. Η Βενεζουέλα είδε τις εξαγωγές της να αυξάνονται και επανήλθε στο ενδιαφέρον των αγοραστών που αναζητούσαν διαθέσιμα φορτία εκτός Μέσης Ανατολής.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία των διεθνών αγορών ενέργειας, μόνο κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026 οι εξαγωγές αργού πετρελαίου της Νότιας Αμερικής έφθασαν τα 787 εκατ. βαρέλια, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ για την περιοχή. Πρόκειται για αύξηση περίπου 155 εκατ. βαρελιών σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025 και σχεδόν 360 εκατ. βαρελιών περισσότερα σε σύγκριση με το 2021. Με μέση τιμή πετρελαίου μεταξύ 75 και 85 δολαρίων το βαρέλι κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου, η πρόσθετη αξία των εξαγωγών που διοχετεύθηκαν στις διεθνείς αγορές μεταφράζεται σε έσοδα που προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν τα 12 δισ. δολάρια.
Η Βραζιλία αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ωφελημένο από την κρίση. Οι εξαγωγές της ξεπέρασαν τα 360 εκατ. βαρέλια στο διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου, από περίπου 280 εκατ. βαρέλια ένα χρόνο νωρίτερα. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση της Γουιάνας. Η μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής, στην οποία επενδύουν κολοσσοί όπως η ExxonMobil, εξήγαγε περίπου 137 εκατ. βαρέλια αργού μέσα σε πέντε μήνες, έναντι μόλις 17 εκατ. βαρελιών το 2021.
Η αύξηση ξεπερνά το 700% μέσα σε πέντε χρόνια και μετατρέπει τη χώρα σε έναν από τους μεγαλύτερους νέους ενεργειακούς παίκτες παγκοσμίως. Αν προστεθούν οι αυξημένες εξαγωγές της Βενεζουέλας και της Αργεντινής, προκύπτει ότι ένα σημαντικό μέρος των απωλειών από τη Μέση Ανατολή μετατράπηκε σε νέα έσοδα για παραγωγούς εκτός του παραδοσιακού ενεργειακού πυρήνα του κόσμου.
Τα δισεκατομμύρια που δεν φαίνονται
Μεταξύ των μεγάλων κερδισμένων είναι οι εταιρείες που κινούν το πετρέλαιο από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη. Οι μεγάλοι traders βρέθηκαν ξανά σε περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας, ενώ οι διαφορές τιμών διευρύνθηκαν, οι διαδρομές άλλαξαν και οι ανάγκες αποθήκευσης αυξήθηκαν.
Στον ίδιο κατάλογο προστίθενται και οι ναυτιλιακές εταιρείες. Η ανασφάλεια γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και οι εναλλακτικές διαδρομές αύξησαν τη ζήτηση για δεξαμενόπλοια και ενίσχυσαν τα ναύλα.
Ο ελληνικός λογαριασμός
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι διαφορετική, αφού εξακολουθούμε να εισάγουμε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που χρειαζόμαστε. Κάθε άνοδος στις διεθνείς τιμές μεταφέρεται γρήγορα στο κόστος παραγωγής και τελικά στον καταναλωτή. Το αποτέλεσμα έγινε ορατό ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της κρίσης.
Η τιμή των καυσίμων άρχισε να ανεβαίνει, το κόστος μεταφορών αυξήθηκε και οι επιχειρήσεις είδαν νέες πιέσεις στο ταμείο τους. Στην αγορά τροφίμων, αρκετοί προμηθευτές προειδοποιούν ότι οι αυξήσεις στις μεταφορές και στην ενέργεια θα περάσουν σταδιακά στις τελικές τιμές.
Για μια οικονομία όπου η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η άνοδος του κόστους ενέργειας μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την αγοραστική δύναμη. Ένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται σε καύσιμα, μετακινήσεις και λογαριασμούς και τελικά το πρόβλημα επηρεάζει από τις οικογένειες έως και την ανάπτυξη.

Ήδη η Τράπεζα της Ελλάδας αναθεώρησε για ακόμα μια φορά την εκτίμηση της για τον πληθωρισμό του 2026 στο 3,8%, ενώ σημειώνει οτι το περασμένο δίμηνο οι τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια αυξήθηκαν στη χώρα μας με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Οι φόβοι επιστρέφουν στην Ευρώπη
Τόσο στην Κομισιόν, όσο και στην ΕΚΤ η συζήτηση περιστρέφεται ήδη γύρω από τις πληθωριστικές επιπτώσεις της κρίσης.
Η νέα άνοδος της ενέργειας έφερε ήδη μια αύξηση των επιτοκιών από την ΕΚΤ, γεγονός που για τις χώρες με υψηλό χρέος και χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, όπως η Ελλάδα, η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Το ακριβότερο χρήμα επηρεάζει επενδύσεις, στεγαστικά δάνεια και επιχειρηματική χρηματοδότηση.
Σε όλα τα παράπανω, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που συζητείται ολοένα και περισσότερο στους οικονομικούς κύκλους. Οι υψηλότερες τιμές αυξάνουν τα φορολογικά έσοδα. Ο ΦΠΑ υπολογίζεται επί υψηλότερων τιμών. Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης συνεχίζουν να αποδίδουν σημαντικά έσοδα. Τα δημόσια ταμεία ενισχύονται χωρίς να αλλάζουν οι φορολογικοί συντελεστές. Το φαινόμενο είχε εμφανιστεί και κατά την ενεργειακή κρίση του 2022. Επανέρχεται τώρα με διαφορετική μορφή.
Τα νοικοκυριά πληρώνουν ακριβότερα την ίδια κατανάλωση και το κράτος εισπράττει περισσότερα από αυτή τη διαδικασία. Πρόκειται για μια από τις πιο σύνθετες πολιτικές πτυχές της κρίσης, καθώς δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο την ίδια στιγμή που εντείνει την κοινωνική πίεση.
Πηγή: ΟΤ
