«Θα μπορούσαν τα 2020’s να είναι η δεκαετία της Ελλάδας;», αναρωτιέται ο διεθνής συμβουλευτικός οίκος Oxford Economics, σε διαδικτυακό σεμινάριο για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Όπως κάθε οικονομολόγος που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και ο αναλυτής της Oxford Economics Πάολο Γκρινιάνι απέφυγε τις μονοδιάστατες απαντήσεις και περιορίστηκε στους γνωστούς σιβυλλικούς χρησμούς και τα «ναι μεν, αλλά».
Ναι μεν η Ελλάδα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά θα κατεβάσει ταχύτητα το 2026 και ιδίως το 2027.
Ναι μεν κάποια στιγμή θα χάσουμε τα πρωτεία της «πιο υπερχρεωμένης χώρας της ΕΕ», πρώτα από την Ιταλία (τέλη 2026-αρχές 2027) και στη συνέχεια από τη Γαλλία (2028). Όμως θα συνεχίσουμε να κοιτάμε με τα κιάλια το επίπεδο ζωής των χωρών που βρίσκονται στην πρώτη ταχύτητα της ΕΕ, αφού το χάσμα στην αγοραστική δύναμη των μισθών και των εισοδημάτων θα αργήσει να κλείσει.
Ναι μεν θα υπάρξει, αν και όχι άμεσα, περεταίρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας. Ωστόσο, η επίδραση των αναβαθμίσεων δεν θα έχει τόσο σημαντικό πρακτικό αντίκρισμα, αφού οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων είναι ήδη χαμηλές, κάτι που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να δανείζονται φθηνά.
Ναι μεν ο πληθωρισμός επιβραδύνεται, αλλά οι πιέσεις στο κόστος ζωής παραμένουν. Κρίσιμος παράγοντας θα αποδειχθεί ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο πυρήνας του πληθωρισμού εκτός από τα τρόφιμα και την ενέργεια.
H κατανάλωση οδηγεί την ανάπτυξη
Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης θα συνεχίσει να είναι η εγχώρια ζήτηση, δηλαδή η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις εντός της χώρας. Οι προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό είναι θετικές, ωστόσο από τα οικονομετρικά μοντέλα προκύπτει πιο ήπια τουριστική κίνηση το 2026-27 σε σύγκριση με την εκρηκτική ανάπτυξη των πρώτων ετών μετά την πανδημία.
Κρατάνε μικρό καλάθι για το 2027
Η Οxford Economics τονίζει ότι « τόσο εμείς όσο και το consensus (η επικρατούσα άποψη των οικονομικών αναλυτών) είμαστε πιο συντηρητικοί από τις εκτιμήσεις των ελληνικών θεσμών για την ανάπτυξη του 2026 και 2027».
Όντως, η Οxford Economics προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026, έναντι 2,4% που προβλέπει το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Για το 2027 οι εκτιμήσεις είναι ακόμα πιο συγκρατημένες, στο 1,7%, έναντι 2,1% που προβλέπει η ΤτΕ.
«Μία από τις βασικές αιτίες (σ.σ. που φρενάρουν τις προβλέψεις για ανάπτυξη), είναι ότι εκτιμούμε ότι η δημοσιονομική πολιτική θα είναι πιο περιοριστική από τις επίσημες προβλέψεις, τόσο λόγω της υπεραπόδοσης των εσόδων, όσο και λόγω της υποεκτέλεσης των δαπανών της κυβέρνησης», τονίζουν οι αναλυτές. Εκτιμούν δηλαδή ότι οι δημόσιες επενδύσεις δεν θα πιάσουν τους φιλόδοξους στόχους που συνήθως τίθενται. Φέρνουν ως παράδειγμα το πρόσφατο παρελθόν (2024-25) όταν πράγματι οι προβλέψεις της κυβέρνησης διαψεύσθηκαν.
Παράλληλα, θεωρούν ότι η λήξη των προγραμμάτων και των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης-NextGenEU, θα λειτουργήσει ανασχετικά στις επενδύσεις, χαμηλώνοντας τον πήχη της ανάπτυξης.

Μακροπρόθεσμες προοπτικές: Η Ελλάδα ως το 2030
Η Ελλάδα έχει ξεπεράσει τις επιδόσεις της Ευρωζώνης σχεδόν κατά 6% από το 2021 σε σωρευτική αύξηση ΑΕΠ, κυρίως χάρη στην πιο ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση και δευτερευόντως στις επενδύσεις. Η Oxford Economics αναμένει ότι και τα επόμενα έτη η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να ξεπερνάει σε ανάπτυξη τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά με πιο περιορισμένο ρυθμο.
Τομέας κλειδί στην ανάπτυξη είναι, και θα εξακολουθήσει να είναι η μεταποίηση, καθώς αυξάνεται η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου και η βιομηχανική παραγωγή από το 2019.
Ένα βασικό ζήτημα είναι ότι θα γίνει όλο και πιο δύσκολο να αυξηθεί σημαντικά η απασχόληση. Η ανεργία έχει ήδη υποχωρήσει αισθητά και τα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης είναι περιορισμένα. Αυτό σημαίνει ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα πρέπει να προέρχεται περισσότερο από αύξηση της παραγωγικότητας και λιγότερο από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Κίνδυνοι και προκλήσεις
Ένας γενικευμένος εμπορικός πόλεμος εξακολουθεί να είναι το πλέον καταστροφικό σενάριο, που θα μπορούσε να πλήξει τη μεσοπρόθεσμα την ανάπτυξη της οικονομίας, με την αρνητική επίπτωση στο ΑΕΠ να εκτιμάται στο -0,5%.
Μια βουτιά στην κούρσα της τεχνολογίας, με ενδεχόμενο «σκάσιμο» της φούσκας του ΑΙ, θα μπορούσε να κοστίσει στο ελληνικό ΑΕΠ απώλειες της τάξης του -0,3%. Άλλο τόσο εκτιμάται ο κίνδυνος από την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, με άλλα λόγια από τις περικοπές λιτότητας. Αντιθέτως, μια «έκρηξη» στο ΑΙ θα μπορούσε να επιταχύνει την αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Το δημογραφικό παραμένει η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Λιγότερος πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία σημαίνει μικρότερη προσφορά εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, και τη συνολική παραγωγικότητα όλων των συντελεστών.

Τι προβλέπει η Οxford Economics για τις διεθνείς συνθήκες
Οι βασικές προβλέψεις της Oxford Economics για το διεθνές περιβάλλον είναι συνοπτικά οι εξής:
• Η αυξανόμενη τάση του εμπορικού προστατευτισμού πιθανότατα θα συνεχιστεί. Οι επιπτώσεις του αντισταθμίζονται από την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης και τον «δημοσιονομικό ακτιβισμό» (κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία) που ενθαρρύνει τους υπέρμαχους του προστατευτισμού.
• Η οικονομία των ΗΠΑ θα συνεχίσει πιθανώς να υπεραποδίδει, καθώς επωφελείται από τα πλεονεκτήματα της τεχνητής νοημοσύνης, την χαλαρή πολιτική και τις περιορισμένες επιπτώσεις των δασμών.
• Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας παγιώνεται, συμπεριλαμβανομένων των ενδιάμεσων αγαθών. Αυτό αποτελεί ένα ακόμη εμπόδιο για την Ευρώπη, πέραν του υψηλότερου κόστους ενέργειας.
• Η δημοσιονομική πολιτική αποτελεί βασικό παράγοντα διαφοροποίησης των επιδόσεων μεταξύ των χωρών.
• Η Ευρωζώνη θα αναπτύσσεται σε δύο διαφορετικές ταχύτητες, μεταξύ πυρήνα και περιφέρειας
• Οι αμυντικές δαπάνες θα ευνοήσουν την ανάπτυξη, αλλά με πολύ πιο ήπιο ρυθμό από όσο προσδοκούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
