Η κρίση στέγης στο Παρίσι δεν είναι πια απλώς ένα ζήτημα προσιτότητας ή μια συνηθισμένη πίεση μιας μεγάλης ευρωπαϊκής μητρόπολης. Πρόκειται για μια διαδικασία βαθιάς αστικής αναδιάρθρωσης που μοιάζει περισσότερο με αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «αποκλεισμό μέσω εκτόπισης»: μια μόνιμη μετατόπιση πληθυσμού, όπου νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος ωθούνται έξω από τον ιστορικό πυρήνα της πόλης, την ώρα που η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή απορροφά ολοένα και περισσότερους εκτοπισμένους κατοίκους.
Το Παρίσι δεν χάνει απλώς ανθρώπους· χάνει κοινωνικό ιστό, πυκνότητα δραστηριοτήτων και τη δημογραφική ισορροπία που διαμόρφωσε επί δεκαετίες τον χαρακτήρα του.
Τα στοιχεία του Insee είναι αποκαλυπτικά. Ο κεντρικός δήμος υπολογίζεται σήμερα στους 2,09 εκατομμύρια κατοίκους, με απώλειες περίπου 12.000 ατόμων τον χρόνο την περίοδο 2015-2021. Πρόκειται για μια μακρόχρονη καθοδική πορεία, η οποία μόνο προσωρινά ανακόπηκε τις πρώτες δύο δεκαετίες του 2000. Η φυσική αύξηση δεν αρκεί να καλύψει τη φυγή των νοικοκυριών, ενώ η καθαρή μετανάστευση είναι αρνητική σχεδόν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες: μόνο οι 18-24 ετών καταφθάνουν σε μικρούς αριθμούς ως φοιτητές ή νέοι επαγγελματίες, για να εγκαταλείψουν αργότερα το κέντρο αναζητώντας προσιτή κατοικία. Την ίδια στιγμή, διαμερίσματα της Ιλ-ντε-Φρανς –ιδίως η Seine-Saint-Denis– καταγράφουν σταθερή άνοδο πληθυσμού, δείχνοντας ότι δεν πρόκειται για έλλειψη έλξης της περιοχής, αλλά για απουσία δυνατότητας παραμονής στο Παρίσι.
Ανοδος των τιμών στο Παρίσι
Η εξήγηση βρίσκεται στην εκρηκτική άνοδο των τιμών. Από τις αρχές του 21ου αιώνα, η αγορά κατοικίας στο Παρίσι ακολουθεί μία τροχιά πολύ πιο δυναμική από το σύνολο της Γαλλίας: η πραγματική αξία των ακινήτων έχει υπερβεί κατά πολύ τον εθνικό μέσο όρο, ενώ τα εισοδήματα των νοικοκυριών αυξάνονται βραδύτερα και τα ενοίκια επιταχύνονται σταθερά. Οι πρόσφατες διορθώσεις στις τιμές αποτελούν περισσότερο «ανάσες» παρά πραγματική αλλαγή πορείας. Η στέγη μετατρέπεται έτσι από βασικό κοινωνικό δικαίωμα σε χρηματοοικονομικό προϊόν, συνδεδεμένο με παγκόσμιες ροές κεφαλαίων, τουρισμό, βραχυχρόνιες μισθώσεις και δεύτερες κατοικίες. Οι υψηλές τιμές δεν αποκλείουν απλώς τους φτωχούς· εκδιώκουν και τη μεσαία τάξη που παραδοσιακά συγκρατούσε τον ζωντανό κοινωνικό χαρακτήρα της πόλης.
Η αστική γεωγραφία αποτυπώνει αυτές τις πιέσεις. Σε έναν κεντρικό πυρήνα με περιορισμένη δυνατότητα νέας δόμησης –λόγω κόστους γης, κανονισμών ύψους και προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς– η αγορά δεν προσαρμόζεται με αύξηση της προσφοράς αλλά με «φιλτράρισμα» της ζήτησης.
Όσο ενισχύεται η παρουσία υψηλών εισοδημάτων και διεθνούς κεφαλαίου στο κέντρο, τόσο οι ιδιοκτήτες στρέφονται σε πιο εύπορους ενοικιαστές, σε βραχυχρόνιες μισθώσεις ή σε χρήσεις υψηλής απόδοσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια γεωγραφία εκτόπισης: οι καλύτερες κατοικίες συγκεντρώνονται στα χέρια των πιο πλούσιων, ενώ οι υπόλοιποι ωθούνται σε απομακρυσμένες, συχνά μειονεκτικές περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και υποδομές.
Μέσα σε αυτή τη δυναμική, ο δήμος του Παρισιού επιχειρεί μια από τις πιο παρεμβατικές πολιτικές στέγης στην Ευρώπη. Η στρατηγική της Αν Ινταλγκό στοχεύει το 40% των κύριων κατοικιών να καλύπτεται μέχρι το 2035 από δημόσιες ή κοινωνικές μορφές στέγασης, με το 30% να αφορά πολύ χαμηλά εισοδήματα και το 10% τα μεσαία στρώματα.
Για να επιτευχθεί αυτό, ενεργοποιούνται εργαλεία όπως το δικαίωμα προτίμησης σε αγοραπωλησίες, στοχευμένες εξαγορές, ακόμη και απαλλοτριώσεις κτιρίων –ακόμη και γραφείων– τα οποία μπορούν να μετατραπούν σε κοινωνική κατοικία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μετατροπή του παλιού πάρκινγκ στη rue Nollet σε 83 επιδοτούμενα διαμερίσματα, έργο που δεν θα ήταν βιώσιμο με καθαρά ιδιωτικά, εμπορικά κριτήρια.
Μόνο για λίγους
Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές διχάζουν. Οι υποστηρικτές τις θεωρούν αναγκαίες για να αποφευχθεί η «τουριστικοποίηση» και η μετατροπή του Παρισιού σε πόλη μόνο για πλούσιους και επισκέπτες. Οι επικριτές, αντίθετα, βλέπουν ένα πλαίσιο υπερβολικών επεμβάσεων που πλήττει την ιδιωτική προσφορά και κινδυνεύει να μειώσει ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα προς ενοικίαση ακίνητα. Η σύγκρουση αυτή μοιάζει με μάχη δύο διαφορετικών μοντέλων: ενός καθαρά χρηματοοικονομικού και ενός πιο παρεμβατικού, σχεδόν «κομμουνιστικού», όπως το χαρακτηρίζουν οι αντίπαλοι.
Το βέβαιο είναι ότι το Παρίσι βρίσκεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Αν η στέγη συνεχίσει να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός συσσώρευσης πλούτου, τότε η πόλη θα κινδυνεύσει να αδειάσει από αυτούς που της δίνουν ζωή. Το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πόσο κοστίζει ένα σπίτι στο Παρίσι, αλλά ποιος έχει πραγματικά δικαίωμα στην πόλη.
