Πετρέλαιο -βαρύ και άφθονο- φυσικό αέριο και κρίσιμα ορυκτά: υπό εξαναγκαστική σήμερα αμερικανική «κηδεμονία», η Βενεζουέλα διαθέτει υπέδαφος που μπορεί να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια γεωπολιτική.
Ήδη μετατρέπεται σε μοχλό στα χέρια της κυβέρνησης Τραμπ στις ΗΠΑ για την άσκηση διεθνούς ηγεμονίας.
Κατά βάση ανεκμετάλλευτα λόγω δυτικών κυρώσεων, έλλειψης επενδύσεων και δεκαετιών κακοδιαχείρισης, τα εγχώρια αποθέματα πετρελαίου -τα μεγαλύτερα στον κόσμο- προορίζονται, βάση των σχεδιασμών της Ουάσιγκτον, για εκμετάλλευση πρωτίστως από αμερικανικούς ενεργειακούς κολοσσούς.
Σε ρόλο γεωπολιτικού «νταή», ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει προαναγγήλει αύξηση της παραγωγής και εξόρυξης, κάνοντας λόγο για αμοιβαία επωφελή κατάσταση για την υπό οιονεί ομηρεία Βενεζουέλα.
Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρεί να πετύχει με έναν «σμπάρο», πολλά «τρυγόνια».
Δια της τεθλασμένης, οι ΗΠΑ γίνονται de facto μέλος του ΟΠΕΚ και ο Λευκός Οίκος διαχειριστής των πετρελαϊκών εξαγωγών του Καράκας, στερώντας από την αντίπαλο Κίνα την απρόσκοπτη πρόσβαση σε μια βασική πηγή «μαύρου χρυσού» για την ανάπτυξή της.
Από την άλλη, οι υπολογισμοί για περαιτέρω μείωση της τιμής του πετρελαίου στοχεύουν να πλήξουν την πολεμική οικονομία της Ρωσίας.
Τα έσοδα της από την βιομηχανία ενέργειας ήδη μειώνονται, ένεκα κυρίως των αμερικανών κυρώσεων και της απειλής επιβολής δευτερογενών στους ενεργειακούς (και όχι μόνο) εταίρους της, και δη τους βασικούς: την Κίνα και την Ινδία.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ αποκτούν πρόσβαση στα τεράστια αποθέματα χρυσού, αλλά και κρίσιμων ορυκτών που έχει στα εδάφη της η Βενεζουέλα -κυρίως νικέλιο, βωξίτη, κολτάνιο, μαγγάνιο, θόριο και νιόβιο- όλα στρατηγικής σημασίας για τη μελλοντική παγκόσμια κυριαρχία.
Είναι απαραίτητα για την αμυντική τεχνολογία, για τον έλεγχο της πράσινης μετάβασης και για την τεχνητή νοημοσύνη.
Όχι τυχαία, είναι ένας από τους λόγους που η κυβέρνηση Τραμπ έχει βάλει στο στόχαστρο και το στρατηγικής σημασίας αρκτικό νησί της Γροιλανδίας, συνιστώσα του Βασιλείου της Δανίας, χώρας μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Βάζοντας τρικλοποδιές στην Κίνα
Για την Κίνα, η επιβολή αμερικανικού ελέγχου στα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας υπονομεύει τη δική της στρατηγική για διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών της και -όπως ελπίζει η Ουάσιγκτον- την οικονομική ανάπτυξή της.
Η δε πρόσβαση των ΗΠΑ στα κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών της λατινοαμερικανικής χώρας θα μπορούσε να βοηθήσει στη σταθεροποίηση της αμερικανικής οικονομίας και να αμβλύνει τον ασφυκτικό έλεγχο της Κίνας στις εξαγωγές αυτών των πολύτιμων πόρων, ως κυρίαρχης δύναμης στην παραγωγή τους.
Η πρωτοκαθεδρία αυτή εξασφάλισε ήδη στο Πεκίνο ένα τεράστιο πλεονέκτημα εν μέσω του εμπορικού πολέμου.
«Όλοι έχουν σπάνιες γαίες», αντέτεινε ο Τραμπ. «Αυτό που είναι σπάνιο είναι η επεξεργασία τους. Φτιάχνουμε μονάδες παντού», ανακοίνωσε.
Η διαδικασία, ωστόσο, θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια…
Προσώρας, η Κίνα βρίσκεται σε δύσκολη θέση ως ο μεγαλύτερος πιστωτής της Βενεζουέλας.
Το Πεκίνο έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στη χώρα, κυρίως μέσω δανείων που αποπληρώνονται με πετρέλαιο.
Ο διακανονισμός αυτός βρίσκεται πλέον στον αέρα υπό το πρίσμα των εξελίξεων στο Καράκας, παρά το γεγονός ότι τυπικά δεν έχει υπάρξει καθεστωτική ανατροπή.
Πρακτικά, η Κίνα θα πρέπει τώρα να διαπραγματευτεί με τη νέα, υπό την επιρροή των ΗΠΑ ηγεσία για να διασφαλίσει τα οικονομικά συμφέροντά της.
Ως εκ τούτου, ανακόπτεται η προσπάθεια του Πεκίνου να διεθνοποιήσει το κινεζικό νόμισμα, παρακάμπτοντας το δολάριο στις ενεργειακές συναλλαγές και υποβαθμίζοντας τον ρόλο του ως κυρίαρχου αποθεματικού νομίσματος παγκοσμίως -εκ των στόχων του μπλοκ των BRICS.
Πέραν του οικονομικού πεδίου, υπάρχει επίσης και το στρατιωτικό.
Η αστραπιαία στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα εξετάζεται προσεκτικά από το Πεκίνο, ζυγίζοντας εάν και κατά πόσο αποτελεί γνώμονα για την αντίδραση και την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον σε μια μελλοντική κρίση στην Ταϊβάν.
Μακροπρόθεσμα, «ποντάρει» ότι ο αναθεωρητισμός του Τραμπ θα γίνει μπούμερανγκ για τις ΗΠΑ, διαβρώνοντας ανεπανόρθωτα την αμερικανική ισχύ.
Δαμάζοντας τη ρωσική «αρκούδα»
Ως πρώτη έμπρακτη εφαρμογή του νέου τραμπικού «δόγματος Ντονρόε», οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να εξελιχθούν για τη Ρωσία δίκοπο μαχαίρι.
Με τον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της λατινοαμερικανικής χώρας, οι ΗΠΑ μπορούν θεωρητικά να πλημμυρίσουν μεσοπρόθεσμα την αγορά με πετρέλαιο, μειώνοντας κι άλλο τις τιμές και, ως εκ τούτου, συρρικνώνοντας περαιτέρω τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας, σήμερα βασική πηγή χρηματοδότησης της ρωσικής πολεμικής «μηχανής» στην Ουκρανία.
Υπό αυτό το πρίσμα, εκφράζονται φόβοι για μεγάλη «τρύπα» στον ρωσικό προϋπολογισμό, ύφεση και προβλήματα ακόμη και στις πληρωμές των μισθών στις ένοπλες δυνάμεις.
Προς το παρόν, για τη ρωσική οικονομία ο ορατός κίνδυνος αφορά απωλειών δισεκατομμυρίων δολαρίων, που το Καράκας οφείλει στη Μόσχα από δάνεια, κοινοπραξίες στον πετρελαϊκό τομέα και αγορές οπλικών συστημάτων.
Η αποπληρωμη αυτών των χρεών θεωρείται πλέον εξαιρετικά αβέβαιη.
Οι κατασχέσεις πετρελαιοφόρων σε διεθνή ύδατα από τις ΗΠΑ -τρία εκ των συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τη Ρωσία- ως ύποπτα για μεταφορά βενεζουελάνικου πετρελαίου κατά παραβίαση του…. κατά το δοκούν αμερικανικού εμπάργκο, αποτέλεσαν άλλη μια επίδειξη ισχύος και αποφασιστικότητας της Ουάσιγκτον να εντάξει τη Βενεζουέλα στη σφαίρα επιρροής της.
Ως έχουν λοιπόν τα πράγματα, το Κρεμλίνο χάνει έναν στρατηγικό εταίρο στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, ενόσω μετρά ήδη την απώλεια του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία και τώρα κινδυνεύει να χάσει ακόμη έναν σύμμαχο: το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν.
Από την άλλη, ωστόσο, η αλλαγή των δεδομένων στο Καράκας αναμένεται να συσφίξει ακόμη περισσότερο τους δεσμούς της Ρωσίας με την Κίνα.
Εάν δε η Ουάσινγκτον έρθει σε ρήξη με τους Ευρωπαίους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ για το θέμα της Γροιλανδίας και ο άκρατος αναθεωρητισμός του Τραμπ ανοίξει εσωτερικό μέτωπο στη Δύση, τότε η Ρωσία θα μπορεί να πανηγυρίζει ότι ανήκει στο κλαμπ των νικητών, ενόσω συνεχίζει τον σχεδόν τετραετή πόλεμο -επεκτατικό και φθοράς- στην Ουκρανία.
Γεωπολιτικές ασκήσεις επί χάρτου
Με τα σχέδια λεηλάτησης του ορυκτού πλούτου της Βενεζουέλας, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να ορίσει τους κανόνες του «παιχνιδιού» μιας νέας παγκόσμιας τάξης, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού.
Και δη των ΗΠΑ.
Έσπευσε να αναγγείλει ότι οι αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί είναι έτοιμοι να επενδύσουν δισεκατομμύρια για την αποκατάσταση των υποδομών και της παραγωγής στη λατινοαμερικανική χώρα.
Μόλις μια εβδομάδα μετά την απαγωγή και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, έβαλε τον πήχη στα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, παραμονές της συνάντησής του στον Λευκό Οίκο με στελέχη της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, καθώς και της ισπανικής Repsol και της ιταλικής Eni, που είναι ενεργές στη Βενεζουέλα.
Το ενδιαφέρον ήταν έκδηλο, το ίδιο όμως και το «παζάρι», καθώς η επόμενη ημέρα στο Καράκας παραμένει αβέβαιη και οι πολιτικοί κίνδυνοι για μακροπρόθεσμες επενδύσεις δεν έχουν εξαλειφθεί.
Για την ακρίβεια, η μόνη μεγάλη αμερικανική ενεργειακή εταιρεία που είναι σε θέση για να επωφεληθεί άμεσα, στο έπακρο, από οποιοδήποτε άνοιγμα των κοιτασμάτων πετρελαίου στη Βενεζουέλα είναι η Chevron, ως η μοναδική αμερικανική που σήμερα δραστηριοποιείται στην Βενεζουέλα.
Παράγει βαρύ αργό πετρέλαιο, που διυλίζεται επί αμερικανικού εδάφους.
Άλλοι αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί, όπως η Conoco (που με την εθνικοποίηση έχασε πάνω από 10 δισεκατομμύρια δολάρια και είναι απίθανο να ρεφάρει χωρίς να επιστρέψει στη Βενεζουέλα) ή η Exxon Mobil (που έχασε πολύ λιγότερα) έθεσαν αυστηρές προϋποθέσεις, με γνώμονα την εγγύηση των επενδύσεων και τα κέρδη.
Θα αυξηθούν, καθώς το πετρέλαιο θα γίνει φθηνότερο και, επομένως, ελκυστικότερο ως λύση σε σύγκριση με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε έναν πλανήτη που κατά τα λοιπά βυθίζεται στην κλιματική κρίση.
